FaceBook  Twitter

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΥΝΔΡΟΜΟ

(Ν. ΤΣΑΜΗΣ)

 

          Η Μαρία (μία νέα κοπέλλα 22 χρονών)  ήρθε να με βρει και μου ζήτησε να τη βοηθήσω γιατί η ζωή της «δεν πήγαινε καλά». Ζούσε με τους γονείς της και την αδελφή της και εργαζόταν σ’ ένα ταξιδιωτικό γραφείο. Ηταν σχετικά εμφανίσιμη, όχι τόσο άνετη στην ομιλία της, με συμβατικό ντύσιμο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν το κορίτσι της «διπλανής πόρτας». Αισθανόταν πολύ συχνά κατάθλιψη και οι σχέσεις της με τους νέους άνδρες κατέληγαν πολύ σύντομα σε αδιέξοδο. Ηταν ερωτευμένη με τον Νικηφόρο τον κολλητό του φίλο της Γιώργου στον οποίο δεν είχε εκφράσει ποτέ τα αισθήματά της. Με τον Γιώργο πότε χώριζαν, πότε τα ‘φτιαχναν (πάντα με δική της πρωτοβουλία). Ο Γιώργος, εκνευριστικά καλόβολος σε βαθμό «που νομίζεις ότι δεν δίνει έναν παρά» ήταν πάντα πρόθυμος να ακούσει και να στηρίξει. Ο Νικηφόρος, ένας σνομπ, ωραιοπαθής «που δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου». Ολα αυτά διανθισμένα με μικρές περιπέτειες που πάντα κατέληγαν με μια πικρή γεύση. Αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στις έννοιες της ευθύνης και της επιλογής ενώ παράλληλα άρχισα να συγκεντρώνω πληροφορίες για την οικογένειά της.

Ο πατέρας, 55 χρόνων συνταξιούχος μιας ΔΕΚΟ με κάποια ακίνητα που του εξασφάλιζαν μια οικονομική άνεση. Η μητέρα 42 χρονών νοικοκυρά που δεν δούλεψε για να μεγαλώσει τα παιδιά. Η αδελφή, 23 χρονών βιολόγος, ετοιμαζόταν για master στην Αγγλία. Η Μαρία πάντα ήταν η επαναστάτρια και η αδελφή της το «καλό παιδί», ο εκπρόσωπος της οικογένειας.

          Η πρώτη πρόκληση που έκανα στη Μαρία αφορούσε τα αισθήματά της για το Νικηφόρο και αυτή σαν καλή επαναστάτρια του τα εξέφρασε σε ένα λιτό και περιεκτικό γράμμα. Ο Γιώργος μάλλον απομακρύνθηκε ανακουφισμένος που θα είχε μια λιγότερη γυναίκα να παρηγορεί και να στηρίζει (είχε τρεις αδελφές και μια μητέρα χήρα). Ο Νικηφόρος ανταποκρίθηκε με πλατωνικές βόλτες, αμπελοφιλοσοφία και αμφιθυμία. Η Μαρία ήταν σχεδόν ευτυχισμένη. Σ’ ένα βαθμό είχε το Νικηφόρο και η ζωή της είχε συγκροτηθεί σε σχέση με το προηγούμενο χάος που δεν μπορούσε να διαχειρισθεί. Οι πλατωνικές βόλτες και τα μπαράκια του Θησείου συνεχίζονταν με την αχλύ της ερωτικής φιλίας να πλανάται στην ατμόσφαιρα και την Μαρία να έχει ξεχάσει το σεξ. Οταν αισθάνθηκα ότι το πράγμα είχε φθάσει στα όριά του άρχισα πάλι να προκαλώ τότε τη Μαρία παροτρύνοντάς την να πάρει σεξουαλικές πρωτοβουλίες πότε τον Νικηφόρο βάζοντας την Μαρία να του ανοίξει συζήτηση για τον φόβο των ανδρών για τις γυναίκες κλπ. Ο Νικηφόρος εξαφανίστηκε αφήνοντας την Μαρία κεκαθαρμένη από τα συναισθήματά της γι αυτόν. Είχε έρθει η ώρα να πιάσουμε την οικογένειά της.

          Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο σ’ αυτή την οικογένεια ήταν η απαξίωση και η απομόνωση του πατέρα. Η μητέρα και οι δύο κόρες τον στόλιζαν με κοσμητικά επίθετα κάποιες φορές τον έβριζαν και τον έσπρωχναν. Ο ίδιος είχε υιοθετήσει ένα γλοιώδες, παραπονιάρικο ύφος. Η μητέρα στο παρελθόν είχε φύγει για λίγο αλλά επέστρεψε γιατί «την είχαν ανάγκη τα κορίτσια». Δεν έπαυε να λέει σ’ όλους τους τόνους ότι καθόταν μόνο για τα κορίτσια τα οποία βέβαια ήταν τώρα 23 και 22 ετών. Κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο από τον σύζυγό της και η Μαρία υποψιαζόταν ότι ο λόγος που αφιέρωνε πολλές ώρες σε chatrooms του Διαδικτύου ήταν η εύρεση ερωτικών συντρόφων. Το μόνο πράγμα που συζητούσαν όταν ήταν όλοι μαζί ήταν οικονομικά ζητήματα καταλήγοντας σε υβρεολόγιο του χαμερπούς πατέρα. Με την Μαρία αρχίσαμε να δουλεύουμε τα συναισθήματά της για τον πατέρα της. Από την απέχθεια περάσαμε στον οίκτο και από κει στο θυμό της «που δεν αντιδρά» και στη θλίψη της για την κατάσταση της σχέσης της μαζί του. Σ’ αυτό το σημείο την ενθάρυνα να επιδιώξει να έχει συναντήσεις μαζί του χωρίς να παρευρίσκονται η αδελφή και η μητέρα της. Ο πατέρας της ενθουσιασμένος από την ανέλπιστη στροφή της κόρης του δοκίμασε να παγιώσει αυτό που νόμισε σαν συμμαχία κακολογώντας την σύζυγό του στην Μαρία και υποσχόμενος προνομιακή οικονομική μεταχείριση απέναντί της. Στο μεταξύ η μητέρα χολωμένη από την προδοσία της κόρης άρχισε να την εκβιάζει συναισθηματικά υιοθετώντας μια ψυχρή, τυπική συμπεριφορά απέναντί της. Μπερδεύτηκε βέβαια όταν η καλή μου η Μαρία όντας τόσο δεκτική στις παρεμβάσεις μου άρχισε να της προτείνει να βγαίνουν οι δυο τους βόλτα στα μαγαζιά. Η αδελφή της Μαρίας παρέμενε θυμωμένη μαζί της και δήλωνε όλο προστατευτική διάθεση ότι ακόμη και παντρεμένη θα έμενε μαζί με την μητέρα της.

          Η Μαρία βιώνοντας την τοξικότητα των συναισθημάτων της οικογενείας της αλλά και τη δικιά της αυτοκακοποίηση βυθίστηκε σε μια θλίψη για την οποία για πρώτη φορά δεν έψαξε υποκατάστατα. Συγχρόνως εκείνη την εποχή προσβλήθηκε (;) από μια αλλεργική επιπεφυκίτιδα στο δεξί μάτι με αποτέλεσμα να δακρύζει συνεχώς. Αρπάζοντας την ευκαιρία έκανα τη σύνδεση της ανάγκης της να εκφραστεί η θλίψη της για να νοιώσει ζωντανά μέσα απ’ αυτό. Η Μαρία έκλαψε πολύ και στο τέλος δήλωσε ανακουφισμένη. Η επόμενη άσκηση ήταν να βλέπει τα μέλη της οικογένειά της το καθένα ξεχωριστά και να τους απαγορεύει να μιλάνε για τους άλλους παρά μόνον για ό,τι αφορούσε την μεταξύ τους σχέση. Δυσκολεύτηκε στην αρχή αλλά τελικά το επέβαλε με αποτέλεσμα οι σχέσεις της με τους γονείς και την αδελφή της να γίνουν ουσιαστικές και βαθύτερες. Εκεί όταν τους είδε να βελτιώνονται πήγε λίγο να χρεωθεί τη θεραπεία τους και να τους «σώσει» αλλά την απέτρεψα με έμφαση λέγοντάς της ότι το μόνο που μπορεί να κάνει παραπάνω γι αυτούς είναι να δώσει το τηλέφωνό μου.

          Τα τελευταία δύο χρόνια ύστερα από τη λήξη της θεραπείας της (που κράτησε δυο χρόνια) η Μαρία έχει μια ουσιαστική σχέση με έναν ταξειδιάρη μηχανόβιο νεαρό και δηλώνει πολύ καλά παρ’ ότι οι γονείς και η αδελφή της δεν φαίνεται να έχουν εξελιχθεί.

...............................................................................................................................

          Γνώριζα την Ιωάννα αρκετά χρόνια πριν ασχοληθώ με την ψυχοθεραπεία. Ερχόταν σε μένα για διάφορες σωματικές θεραπείες. Δεν θα έλεγα ότι η σχέση μας ήταν βαθειά. Κάποιες αραιές επισκέψεις. Η αρχική εικόνα που είχαν ήταν μιας γυναίκας ανεξάρτητης, ελκυστικής που δούλευε σαν υπεύθυνη του τμήματος marketingμιας μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας. Εδινε την εντύπωση μιας γυναίκας σίγουρης για τον εαυτό της, αποτελεσματικής, αποφασιστικής. Ενοιωσα εκπληξη όταν μια μέρα ήρθε και με βρήκε ζητώντας βοήθεια (είχε μάθει στο μεταξύ ότι είχα ασχοληθεί με την ψυχοθεραπεία). Ο γάμος της την κατέρεε, είχε χάσει τη δουλειά της, είχε βάλει κιλά και ήταν απελπισμένη. Με τον Γιώργο τον άνδρα της είχαν διακόψει ερωτικές σχέσεις πάνω από ένα χρόνο από τη στιγμή που έμαθε ότι εκείνος είχε εξωσυζυγική σχέση. Σε λίγους μήνες συναντήθηκε πάλι με κάποιον παληό της έρωτα αλλά η αναβίωση του ρομάντζου ήταν απογοητευτική. Για κάποιο λόγο που δεν θέλησα να διερευνήσω έχασε την δουλειά της και βρέθηκε οικονομικά εξαρτημένη από τον Γιώργο τον οποίον παρόλα ταύτα δήλωνε ότι αγαπούσε και δεν ήθελε να χωρίσει είχαν και ένα κοριτσάκι, 8 ετών τότε, την Αμαλία. Ζήτησα να κάνουμε μια συνεδρία μαζί με τον Γιώργο ο οποίος δέχθηκε. Ο Γιώργος ήταν ένας σαραντάρης, υπεύθυνος πωλήσεων μιας πολυεθνικής έξυπνος και σοφιστικέ. Στη συνεδρία τηρούσε μια στάση «ναι σε όλα» και ήταν φανερό ότι δεν άνοιγε τα χαρτιά του. Προσπάθησα να ανοίξω τη σχέση τους αλλά δεν τα κατάφερα και εκείνο που έμεινε ήταν κάποιες γενικόλογες αναφορές στην ευθύνη τους απέναντι στον εαυτό τους και στο παιδί τους. Η συνεδρία δεν επαναλήφθηκε και οι δυο τους χάθηκαν για 2-3 χρόνια. Είχα καταγράψει την υπόθεση σαν μια από τις αποτυχίες μου ώσπου μια μέρα μου τηλεφωνεί ο Γιώργος ζητώντας μια συνάντηση. Ο Γιώργος είχε φύγει από το σπίτι ενάμισυ χρόνο πριν χωρίς να έχουν πάρει διαζύγιο με την Ιωάννα. Ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο σπίτι των γονέων του και των δύο άρρωστων από χρόνιες αρρώστιες ανύπαντρων αδελφών του. Ηταν ακόμα με την ίδια γυναίκα που η σχέση του μαζί της ήταν η αφορμή για την κρίση στο γάμο του. Ο Γιώργος ήταν σε αδιέξοδο μιας και όπως έλεγε δεν μπορούσε ούτε να χωρίσει ούτε να γυρίσει πίσω. Η Αμαλία, η κόρη του, δεν ήθελε να είναι μαζί και του έλεγε ότι εάν θέλει να την δει «να είναι και η μαμά μαζί». Υπήρχε μεγάλη ένταση στη σχέση του με την Ιωάννα με αφορμές που αφορούσαν την διαπαιδαγώγηση της Αμαλίας. Από την άλλη μεριά η Γιώτα, η γυναίκα που ήταν μαζί, τον πίεζε να «επισημοποιήσουν» την σχέση τους και να δεσμευτεί περισσότερο απέναντί της ενώ εκτός από τις δύο άρρωστες αδελφές του (η μία με ψύχωση) αρρώστησε και η μητέρα του. Ανησύχησα πολύ για τη θέση στην οποία βρισκόταν, φοβήθηκα για την υγεία του και έκανα το λάθος να τον πιέσω και εγώ να κάνει διευθετήσεις χωρίς ουσιαστικά να τον στηρίξω. Λες και περίμενε από μένα να μάθει ότι κάτι έπρεπε να κάνει! Εξαφανίζεται πάλι... Υστερα από λίγους μήνες εμφανίζεται όμως η Ιωάννα. Η ίδια απελπισία, τα ίδια αδιέξοδα, δεν δούλευε, είχε παρατήσει τον εαυτό της αλλά ωστόσο ήθελε πίσω το Γιώργο έστω και εάν δεν θα είχαν ερωτικές σχέσεις. Στο μεταξύ η Αμαλία άρχισε να μην πηγαίνει καλά στο σχολείο. Της είπα ότι είχα βαρεθεί το πήγαινε-έλα και ότι κάποτε οι δυο τους θα έπρεπε να δεσμευτούν στην προσπάθεια να υπερβούν τα αδιέξοδά τους. Κάλεσα μια οικογενειακή συνεδρία με το παιδί μαζί για να μπορέσω να το καθησυχάσω και να το στηρίξω. Στο θεμελιώδες ερώτημα: «Θέλετε να είστε μαζί;». Ο Γιώργος είπε ψέμματα «ναι» όμως αποδείχθηκε αργότερα. Απλώς φοβόταν τον εκβιασμό της Ιωάννας ότι θα τον απέκλειε ολοκληρωτικά από την κόρη του εάν οι συνεδρίες αφορούσαν τη διευθέτηση του διαζυγίου από την σωτηρία του γάμου. Γι’ αυτόν ήμουν ακόμη ο γιατρός της Ιωάννας. Οπως ήταν φυσικό οι συνεδρίες κατέληξαν σε αποτυχία και διακόπηκαν. Ο Γιώργος εμφανίστηκε μια φορά όταν πέθανε η μητέρα του και μια φορά όταν σκοτώθηκε ο γιος της Γιώτας από τον προηγούμενο γάμο. Στο μεταξύ η κατάσταση παρέμενε η ίδια. Ενταση για θέματα διαπαιδαγώγησης της μικρής, ο Γιώργος χωρίς ανεξάρτητη πρόσβαση στην κόρη του. Η Ιωάννα να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην προσωπική απαξίωση. Υστερα από λίγους μήνες ο Γιώργος ξαναήρθε λέγοντάς μου ότι η Ιωάννα είχε αλλάξει θεραπευτή (πιθανότατα θυμωμένη μαζί μου διότι στο παρελθόν έθετα ζητήματα επικοινωνίας της μικρής με τον πατέρα της). Ακόμη η κόρη του αρνιόταν να πάει σχολείο μένοντας σπίτι με την μητέρα της. Για πρώτη φορά μπορέσαμε να δουλέψουμε με τον Γιώργο τους φόβους απόρριψής του από την κόρη του εν όψει του διαζυγίου και την ακινητοποίηση που αυτοί οι φόβοι του προκαλούσαν. Αισθάνθηκα αισιοδοξία και από το γεγονός ότι επιτέλους ύστερα από τόσα χρόνια φαινόταν ότι αναλάμβανε τις ευθύνες του αντιλαμβανόμενος ότι τελικά δεν υπάρχει επιλογή χωρίς κόστος. Φρόντισα να διασκεδάσω τους φόβους του υπογραμμίζοντάς του ότι η απόρριψή του από την κόρη του δεν πηγάζει από κάποια πραγματικά της αντίστοιχα συναισθήματα αλλά προέρχεται από την τάση της να προστατεύσει την υπό κατάρρευση μητέρα της. Δουλέψαμε και τις ενοχές του όσον αφορά την εγκατάλειψή της στα πλαίσια του ρόλου του σαν «προστάτη γυναικών» ενώ συζητήσαμε και ζητήματα φροντίδας του εαυτού του (ταξίδια, γκαρνταρόμπα, διακοπή καπνίσματος κλπ.). Ο άλλος θεραπευτής έχει αγχωθεί πάρα πολύ άμα κρίνω από το ότι τους έβαζε διορία ενός μηνός να έχουν πάει στους δικηγόρους.

          Η κατάσταση δεν έχει εξομαλυνθεί ακόμη ωστόσο αισιοδοξώ γιατί τουλάχιστον φαίνεται να έχω οικοδομήσει μια ουσιαστική θεραπευτική σχέση με το Γιώργο και συνεπώς ίσως μπορέσω να επηρεάσω θετικά το οικογενειακό σύστημα.

-----------------------------------------------------------------------------------------------

          Τον Κώστα τον έβλεπα συχνά στις γειτονιές της περιοχής που δουλεύω. Ενας κινούμενος σκελετός που θύμιζε επιζώντα του Αουσβιτς. Κάποια στιγμή μπήκε στο ιατρείο μου στο κέντρο Υγείας ζητώντας να του συνταγογράψω κάποιο σκεύασμα καλίου. Του έγραψα πρόθυμα και τον προσκάλεσα να έρθει μια επόμενη μέρα που θα εφημέρευα και θα είχαμε περισσότερο χρόνο να συζητήσουμε. Ηρθε ύστερα από λίγες μέρες. Επασχε από νευρογενή ανορεξία από 12 χρονών (τώρα ήταν 20) λίγο καιρό μετά το διαζύγιο των γονέων του. Εμενε με την μητέρα του την μεγαλύτερη 2 χρόνια αδελφή του και τους γονείς της μητέρας του. Η οικογένεια τα έφερνε δύσκολα βόλτα με την περιστασιακή εργασία της μητέρας και της αδελφής του και την πενιχρή σύνταξη του παππού του. Ο πατέρας εργάτης και αυτός έδινε λίγα κυρίως επειδή του τα ‘τρωγε «η άλλη η πόρνη» η γυναίκα που είχε παντρευτεί. Συνέχισα να βλέπω τον Κώστα όποτε εφημέρευα με κύριο στόχο τη στήριξή του ελπίζοντας κάποια στιγμή να προκύψει κάποιο θεραπευτικό συμβόλαιο είτε μαζί μου είτε αφού τον παρέπεμπα. Κυρίως έθετα ανοιχτές ερωτήσεις που τον διευκόλυναν να μιλάει ενώ οι παρεμβάσεις μου είχαν κυρίως βιοϊατρικό χαρακτήρα.

          Εκείνο που ήταν εντυπωσιακό από την αρχή ήταν το βαθύ μίσος του για τον πατέρα του. Δεν είχαν καμμία επαφή από αρκετά χρόνια παρότι ο πατέρας του επεδίωκε κάποιες φορές να επικοινωνήσουν αλλά ο Κώστας έκλεινε το τηλέφωνο. Οποτε ο Κώστας μιλούσε για τον πατέρα του τα βαθουλωμένα, από την απουσία οπισθοβολβικού λίπους, μάτια του άστραφταν. Διερεύνησα την πιθανότητα βίας στην οικογένεια αλλά αυτό δεν φαίνεται να υπήρχε. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν εκείνος παιδί εν μέσω συγκρούσεων φυσικά αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω την πηγή αυτών των ακραίων συναισθημάτων που έφθαναν μέχρι φαντασιώσεις βασανιστηρίων. Προσπάθησα να ανιχνεύσω στην τωρινή συμπεριφορά του πατέρα κάτι που θα δικαιολογούσε τη στάση του Κώστα αλλά μάλλον διέκρινα στωϊκότητα και επιμονή στην επικοινωνία εκ μέρους του ενώ ανάλογα με τις δυνατότητές του βοηθούσε οικονομικά. Ο Κώστας ήταν σε απεργία πείνας ουσιαστικά οκτώ χρόνια, είχε χάσει όλα του τα δόντια από έλλειψη ασβεστίου και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί αυτή η τεράστια κακοποίηση του εαυτού του. Αποφάσισα να καλέσω ολόκληρη την οικογένεια μήπως λύσω τις απορίες μου. Η οικογένεια ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και ήρθαν όλα, σε μια εφημερία (προς κατάπληξη των συναδέλφων μου που αναρωτιόντουσαν χωρίς να τολμήσουν να με ρωτήσουν τι έκανα μέσα στο ιατρείο με όλους αυτούς). Η συζήτηση και η επαφή ήταν άνετη και εύκολη με όλα τα μέλη της οικογένειας από την αρχή. Πάλι με ανοιχτές ερωτήσεις προσπαθούσα να προσανατολισθώ αλλά τίποτα! Ολα ήταν καλά εκτός από την απεργία πείνας του Κώστα. Η οικογένεια φαινόταν να απολαμβάνει την συνεδρία και εγώ αισθανόμουν ότι με εμπιστευόντουσαν οπότε είπα να ανοίξω το ζήτημα του πατέρα. Τότε όλοι σιώπησαν και ο Κώστας έβαλε την κασέτα με το ασαφές κατηγορητήριο που είχα ξανακούσει. Τον έκοψα και έβαλα την μητέρα και την αδελφή του να μιλήσουν. Αυτές επανέλαβαν το κατηγορητήριο χωρίς συναισθηματική ένταση. Προσπάθησα να αναμοχλεύσω τα συναισθήματα της μάνας για τον πατέρα με κάποιες ερωτήσεις του τύπου «έχεις πληγωθεί που ο άνδρας σου ξαναπαντρεύτηκε;» αλλά εκείνη δεν ανταποκρίθηκε παραμένοντας σε γενικολογίες. Διερεύνησα για εντάσεις μεταξύ της μητέρας του Κώστα και των γονέων της, ή ανάμεσα σ’ αυτήν και την κόρη της αλλά τίποτα. Φαινόταν λες και όλη η εντροπία να είχε συσσωρευτεί πάνω στον Κώστα και όλο το υπόλοιπο σύστημα αδιαπέραστο και αδιαφανές να παρακολουθεί. Τότε φοβήθηκα για τη ζωή του Κώστα αισθανόμενος άμεσο κίνδυνο. Ανήμπορος και εξουθενωμένος έριξα το μοναδικό φυσίγγι που είχα. Τους μίλησα ανοιχτά για τους φόβους μου και για την ανάγκη να επανενταχτεί ο πατέρας στο οικογενειακό σύστημα αναλαμβάνοντας συγκεκριμένες ευθύνες αφού βέβαια δουλεύαμε όλοι μαζί, με την δική του παρουσία, τα αμοιβαία συναισθήματα. Ανέθεσα στην αδελφή του Κώστα να του τηλεφωνήσει και να έλθουν στην επόμενη εφημερία.

          Δεν ήλθαν ποτέ, τον Κώστα δεν τον ξαναείδα στις γειτονιές της πόλης και το μοναδικό τηλέφωνο που είχα δεν απαντούσε....

-----------------------------------------------------------------------------------------------

          Η Σύλβια και ο άνδρας της ο Χέμπερτ είναι αγαπημένοι μου φίλοι σε μια γερμανόφωνη χώρα. Εκείνοι έρχονται πολύ συχνά στην Ελλάδα και γω πηγαίνω συχνά στη χώρα τους. Μένουν στην εξοχή, στην άκρη ενός δάσους και στο μπαλκόνι της αυλής τους αφήνουν το χειμώνα φαγητό για τα ελαφάκια που ξεμυτίζουν από τις συστάδες. Πριν από μερικά χρόνια είχα πάει για Χριστούγεννα. Προφασιζόμενος τον σκιέρ κατρουβάλισα μερικές πλαγιές, απολάμβανα βόλτες στο χιονισμένο δάσος ώσπου ένα βραδάκι η Σύλβια μου ζήτησε να δω την κόρη της κυρίας που βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Μου ανέφερε ότι ήδη είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και ήταν σε άσχημη κατάσταση. Φυσικά της είπα ότι επιβάλλεται να παρακολουθείται από κάποιον ειδικό σε τακτική βάση και ότι η νόημα θα ‘χε να την έβλεπα. Η Σύλβια επέμενε προφανώς γιατί δεν θάθελε να απορρίψει την κυρία που την βοηθούσε. Δέχθηκα με τη σκέψη να προσφέρω στήριξη και να επιμείνω στην παραπομπή σε έναν ειδικό. Η Τίνα ήταν μια κοπέλα 20 χρονών, μάλλον άχρωμη, που ήρθε μαζί με τη μητέρα της, γύρω στα 50 με εκείνη την χαρακτηριστική συστολή των ανθρώπων της χαμηλότερης τάξης στις χώρες με πρωσική κουλτούρα. Η Τίνα δεν μιλούσε Αγγλικά, πράγμα σπάνιο για κοπέλλα της ηλικίας της και έτσι θάπρεπε να μείνει και η φίλη μου η Σύλβια για να μεταφράζει. Καθήσαμε στο σαλόνι οι τρεις γυναίκες και γω. Το υπόλοιπο σπίτι ήταν άδειο. Είχα ήδη μετανοιώσει... Η Τίνα ήταν σε βαρειά κατάθλιψη. Με τα χίλια ζόρια είχε τελειώσει το σχολείο, είχε δοκιμάσει να δουλέψει αλλά δεν είχε καταφέρει να προσαρμοσθεί σε καμμία δουλειά. Τους τελευταίους μήνες δεν έκανε απολύτως τίποτε και σε μια στιγμή αδιεξόδου έντονου πήρε κάποια χάπια και νοσηλεύτηκε. Οι γονείς της χώρισαν όταν εκείνη ήταν 3 ετών και έμενε με την μητέρα της από τότε. Και οι δυο γυναίκες ήταν σχεδόν απομονωμένες χωρίς σχέσεις φιλικές ή ερωτικές. Η Τίνα δεν έπαιρνε καμμία βοήθεια ούτε ήταν σε φαρμακευτική αγωγή. Υστερα από τη διερεύνηση του πλαίσιου της ζωής της τη ρώτησα για τις σχέσεις με τον πατέρα της. Με έκπληξη είδα μια έκρηξη μίσους. Δεν είχαν καμμία σχέση παρότι σε ερώτησή μου απάντησε ότι ο πατέρας της είχε προσπαθήσει να συναντηθούν κάποιες φορές. Το μίσος της γι αυτόν ήταν τρομερό! Οποτε αναφερόταν σ’ αυτόν τα μάτια της γυάλιζαν και τον στόλιζε με ένα σωρό κοσμητικά επίθετα. Ηταν εντυπωσιακό γιατί πρακτικά δεν είχαν ζήσει μαζί από την ηλικία των τριών ετών που χώρισαν οι γονείς της. Δεν υπήρχε ιστορικό βίας όπως επιβεβαίωσε και η μητέρα της. Διαισθάνθηκα ότι αυτό το συναίσθημα ήταν κλειδί για την κατανόηση του ψυχικού τοπίου της Τίνας. Γύρισα στη μητέρα: «Εσείς τι αισθάνεστε για τον πρώην σύζυγό σας;». «Τίποτα, απολύτως τίποτα». Οι συνθήκες του χωρισμού δεν είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Υστερα από τη γέννηση της Τίνας η οικογένεια αντιμετώπισε και κάποιο επιπρόσθετο οικογενειακό stress, υπήρξαν δυσκολίες επικοινωνίας στο ζευγάρι, εκείνος γνώρισε κάποια άλλη και έφυγε μαζί της. Εξ ίσου εντυπωσιακό με το μίσος της Τίνας ήταν το επιπεδωμένο συναίσθημα της μητέρας της. Κάτι μου έλεγε να αφήσω την Τίνα και να πιάσω την μητέρα της. Αρχισα λοιπόν να την προκαλώ κυρίως ως προς τα συναισθήματά της για τον πρώην άνδρα της. Τέτοια απόρριψη και να μου λέει ότι δεν αισθάνεται τίποτε! Αλίευσα τα χαρακτηριστικά της ερωμένης του άνδρα της. Ψηλή, ξανθιά, υπάλληλος σε Τράπεζα και χωρίς να την λυπηθώ γνωμάτευσα: «Θα πρέπει να ήταν ωραία γυναίκα και ενδιαφέρον τύπος». Δεν μίλησε αλλά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της συσπάσθηκαν. Συνέχισα να εστιάζω τη συζήτηση στις λεπτομέρειες της απιστίας του άνδρα της και στις συνθήκες του χωρισμού τους. Η μητέρα της Τίνας αναβίωνε σιγά-σιγά μέσα από την αφήγηση το συναισθηματικό κλίμα στο οποίο ζούσε εκείνη την εποχή. Ηταν μια απλή, λαϊκή γυναίκα χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση και προσόντα και αυτός ο αχρείος, ο ανεύθυνος, ο αχάριστος την παράτησε αυτήν και το μωρό για μια σοφιστικέ, ψηλή ξανθιά. Αφηνα μικρές παύσεις. Προτίμησε να υποφέρει παρά να δεχθεί βοήθεια από εκείνον. Οσο για το παιδί ας μην το παράταγε, τι γύρευε τώρα αγάπες; Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι είχε έρθει η ώρα του μίσους. Την ρώτησα εάν κάποια στιγμή τα προηγούμενα χρόνια είχε φαντασθεί κάποιο βασανιστήριο που θα άξιζε να υποστεί ο πρώην άνδρας της. Μου περιέγραψε έναν φρικτό ακρωτηριασμό σε όλα του τα μέλη. Επιτέλους, παλλόταν από ένα ολοζώντανο μίσος. Την άφησα, γύρισα στην Τίνα και την ρώτησα: «Πως αισθάνεσαι τώρα;». «Θεέ μου, δεν έχω αυτό το βάρος στο στήθος.... Κάτι έφυγε από πάνω μου». Τώρα που η Τίνα είχε απελευθερωθεί από το μίσος της μάνας της για τον πατέρα της ήταν σε θέση να τον δεθχεί. Της είπα ότι ο πατέρας θα της μιλούσε μέσα από μένα. Γέλασε αμήχανα λέγοντας ότι δεν ήξερε εάν ήθελε να γίνει αυτό. Επέμεινα με σταθερότητα και μιας και η μητέρα της ήταν εκτός μάχης σε μια γωνιά δεν δυσκολεύτηκα να την πείσω. Αρχισα να μιλάω με μικρές κοφτές φράσεις που η φίλη μου η Σύλβια μετέφραζε συμμετέχοντας. Σαν πατέρας της της μίλησα για την λαχτάρα μου να την δω όλα αυτά τα χρόνια, να φάμε μαζί, να λέμε αστεία, να μου λέει για τις δυσκολίες της. Της είπα πόσο είχα πονέσει που δεν επικοινωνούσαμε όλα αυτά τα χρόνια. Της μίλησα για τις ενοχές μου για το πόσο ήταν σημαντική στη ζωή μου, πόσο πολύ ήθελα να είναι καλά. Η Τίνα δεν άντεξε και αναλύθηκε ίσως στους πιο βαθείς λυγμούς που έχω δει. Ηταν τόσο έντονο που αρχίσαμε να κλαίμε εκτός από την μητέρα της, η Σύλβια και εγώ. Δεν ήταν να προστεθεί τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή. Σηκώθηκα και βγήκα έξω με το πουκάμισο στο χιονισμένο τοπίο....

          Σε κάποια από τις επόμενες συναντήσεις μας με την Σύλβια και τον άνδρα της έμαθα ότι η Τίνα δούλευε, είχε μια σχέση με έναν νεαρό και είχε επισκεφθεί τη γιαγιά της (τη μητέρα του πατέρα της) σε μια άλλη πόλη. Εξακολουθώ να ρωτάω αλλά η φίλη μου δεν έχει νέα της, μιας και έφυγαν μαζί με την μητέρα της σε αναζήτηση σταθερότερης δουλειάς....

----------------------------------------------------------------------------------------------

                   ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΓΟΝΕΪΚΗΣ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ

          Το σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης όπως αποκλήθηκε από τον RichardGardnerείναι μια απόκριση του οικογενειακού συστήματος στο διαζύγιο κατά την οποία ένα παιδί συμμαχεί με έναν γονέα εναντίον του άλλου μέσα σε έντονα αισθήματα εχθρότητας. Αλλα σύνδρομα σχετικά με το διαζύγιο που έχουν περιγραφεί είναι το SAID(sexabuseallegationsindivorce), το σύνδρομο της Μήδειας από τους Jacobsκαι Wallerstein                                   και το σχετιζόμενο με διαζύγιο σύνδρομο της κακοήους μητέρας που περιγράφηκε από τον Turkat (Divorcerelatedmaliciousmothersyndrome). Στοιχεία στις ΗΠΑ που αναφέρονται στα παιδιά των διαζυγίων μαρτυρούν ότι ο αριθμός των ψευδών καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών είναι διπλάσιο από τις αληθείς. Επίσης ο «προγραμματισμός» παιδιών από έναν γονέα στον μικρότερο η μεγαλύτερο βαθμό κατά την διαδικασία του διαζυγίου φθάνει το 80%.

          Για τον Gardnerη διάγνωση του συνδρόμου είναι «εξ αποκλεισμού» όπου φυσικά δεν έχει προηγηθεί συμπεριφορά του γονέα-στόχου που να δικαιολογεί τα συναισθήματα του παιδιού. Σε κάθε περίπτωση το παιδί δεν εκφράζει ενοχές για τη στάση του, υιοθετεί σενάρια του γονέα-σύμμαχου τα οποία διαδίδει στην ευρύτερη οικογένεια. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι συχνότερα οι μητέρες εμπλέκονται στις διαδικασίες του συνδρόμου που οι Clawarκαι Rivlin αποκάλεσαν «ψυχολογική απαγωγή». Ο προγραμματισμός του παιδιού μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο συνειδητός ή ασυνείδητος καθώς και συστηματικός ή όχι. Είναι σαφές ότι σε περιπτώσεις δικαστικής διαμάχης για την επιμέλεια κάθε έκφραση από το παιδί εχθρότητας και απόρριψης του ενός γονέα θα πρέπει να ελέγχεται για την πιθανότητα συνδρόμου γονεϊκής αποξένωσης. Το σύνδρομο μπορεί να εκφραστεί με μια ευρέως φάσματος συμπτωματολογία από την πολύ ήπια στην οποία το παιδί συμμετέχει στην καμπάνια απαξίωσης του γονέα-στόχου περισσότερο για να μην διαταράξει τη σχέση του με το γονέα-σύμμαχο (π.χ. αρνούμενο αρχικά την επίσκεψη στον γονέα-στόχο αλλά τελικά πηγαίνοντας) μπορεί να περάσει από σοβαρές διαμάχες όσον αφορά τις επισκέψεις στον γονέα-στόχο έως το ανοιχτό μίσος γι αυτόν. Σ’ αυτή την περίπτωση η μητέρα (συνήθως) και το παιδί έχουν μια συμβιωτική σχέση που μπορεί να φθάσει μέχρι και παρανοειδείς ιδέες για τον πατέρα. Υποθέτοντας ότι ο πατέρας είναι επαρκής ο Gardnerπιστεύει ότι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης είναι η παραχώρηση της επιμέλειας στον πατέρα-στόχο. Πάντως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμη και σε καταστάσεις με έντονες συγκρούσεις μερικά σοφά παιδιά κατορθώνουν να επιζούν ελισσόμενα ανάμεσα στους γονείς χωρίς να αποξενώνονται από κάποιον από αυτούς σε αντίθεση με άλλα που εμπλέκονται ενεργά στη σύγκρουση. Η σύγκρουση προκύπτει από ευάλωτους γονείς σε ζητήματα ναρκισιστικού τραύματος, απώλειας, οργής και ελέγχου. Τα προηγούμενα αποτρέπουν την προσαρμοσή στο διαζύγιο τροφοδοτώντας μια κλιμάκωση δράσεων και αντιδράσεων που φέρνει τους γονείς σε μια κατάσταση που δεν χαρακτηρίζει ούτε το γάμο ούτε το λειτουργικό διαζύγιο.

          Σύμφωνα με τους Clawarκαι Rivlin η υιοθέτηση από το παιδί της επιθυμητής συμπεριφοράς γίνεται μέσω ενός πλέγματος ανταμοιβών και τιμωριών που έχουν υλικό, κοινωνικό ή ψυχολογικό χαρακτήρα. Πολύ συχνά υιοθετείται η στάση της «απόσυρσης» της αγάπης προς το παιδί για να τιμωρήσει την έκφραση θετικότητας προς τον γονέα-στόχο. Οι Johnstonκαι Roseby θεωρούν ότι το σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης προκύπτει λιγότερο από «προγραμματισμό» και περισσότερο από έκθεση του παιδιού σε διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις των οποίων αποτελεί ύστερη εκδήλωση της αποτυχημένης διαδικασίας διαφοροποίησής του. Πάντως αυτή η άποψη έρχεται σε αντίθεση με τα δεδομένα ψυχοιατροδικαστικών ερευνών. Ωστόσο, συχνά η έκφραση του συνδρόμου συμβαίνει στα πλαίσια μιας σχέσης ενός «γονεοποιημένου» παιδιού με έναν χαοτικό, εξαρτητικό γονέα με μεγάλες συναισθηματικές ανάγκες και δεν προκύπτει τόσο από «προγραμματισμό». Οσον αφορά τώρα τους πατεράδες που (συνήθως) είναι γονείς-στόχοι αρκετά συχνά, δυστυχώς, δεν διαφοροποιούν τα παιδιά από τις μητέρες τους και πολύ συχνά θυμώνουν με παιδιά επιτείνοντας το χάσμα ή ακόμη αποσύρονται και εξαφανίζονται.

          Σύμφωνα με τον Jacobs έναν ψυχίατρο που έγραψε ένα βιβλίο πάνω στην πατρότητα και το διαζύγιο το stressτων ανδρών γύρω από το διαζύγιο συνδέεται κυρίως με τον κίνδυνο αποξένωσης από τα παιδιά τους. Δουλεύοντας κλινικά ο Jacobsμπόρεσε να επιβεβαιώσει ότι ο βαθμός προσαρμογής των ανδρών στο διαζύγιο ήταν σε άμεση συνάρτηση με την ποιότητα της σχέσης τους με τα παιδιά τους. Αλλοι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη του συνδρόμου είναι να χρεωθεί ο υποψήφιος γονέας-στόχος το ναυάγιο του γάμου με θέματα που αφορούν την συζυγική πίστη, ή να εμφανίσει νέο σύντροφο αμέσως μετά το χωρισμό.

          Είναι κατανοητό ότι το διαζύγιο είναι μια διαδικασία που δεν ξεκινάει την στιγμή της ανοικτής κρίσης του γάμου αλλά ξεκινάει αρκετά χρόνια νωρίτερα. Ομοίως και η δυναμική του συνδρόμου γονεϊκής αποξένωσης μπορεί να ξεκινήσει πολλά χρόνια νωρίτερα. Αυτό σημαίνει ότι οι θεραπευτές έχοντας υπόψη τις καταστρεπτικές (ιδίως για το παιδί) επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι σημαντικό να διαβλέπουν την παθολογική οικογενειακή δομή και να παρεμβαίνουν κατάλληλα.

 

 

Βιβλιογραφία

1)   American Journal of Forensic Psychology, Vol. 15, No 3, 1997/23

2)   Gardner R.A. (1983) The Parental Alienotion Syndrome and the differentiation between Fabricated and genuine child sex abuse Creative Therapeutice, Cresskill, N.J.

3)   Gardner R.A. (1989) Family Evaluation in Child Custody Mediation, Arbitration and Litigation, Creative Therapeutics, Cresskill, N.J.