FaceBook  Twitter

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΑ: ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ, ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ

Περιλήφθηκε στο βιβλίο «Συστημική προσέγγιση, θεωρήσεις

και εφαρμογές»

Επιστ. Επιμέλεια: Τσαμπίκα Μπαφίτη, Γιώργος

Καλαρρύτης

Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» Αθήνα 2009.

 

          Το θέμα των σχέσεων της ψυχολογίας με την βιολογία, έχει τεθεί σε νέα βάση τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της ανάδυσης της νευροεπιστήμης. Το νέο αυτό διεπιστημονικό πεδίο δοκιμάζει να συνθέσει την Ανατομική και τη Φυσιολογία του εγκεφάλου με την γνωστική ψυχολογία. Οι επιπτώσεις αυτής της σύνθεσης είναι σημαντικές και απειλούν ακόμη και αυτήν την ύπαρξη της ψυχολογίας σαν ανεξάρτητης επιστήμης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα σημαντικότερα τμήματα ψυχολογίας όλου του κόσμου οι περισσότερες διδακτορικές διατριβές εμπλέκουν τις νεότερες απεικονιστικές τεχνικές του εγκεφάλου στην προσπάθεια απάντησης των ερωτημάτων της ψυχολογίας με έναν τρόπο που τα ανάγει, ουσιαστικά, στην Νευροεπιστήμη.

          Η Ψυχολογία θεωρείται ότι γεννήθηκε το 1879 έτος κατά το οποίο ο Wilhelm Wundtί δρυσε το πρώτο εργαστήριο πειραματικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Ο Wundt είχε σπουδάσει Ιατρική στη Χαϊδελβέργη και υπήρξε βοηθός του φυσιολόγου Helmholtzο, οποίος ήταν ο πρώτος που κατέρριψε την θεωρία των «ζωϊκών πνευμάτων» του Descartes μετρώντας την ταχύτητα των νευρικών ώσεων σε ζώα και ανθρώπους.

Ο Wundt προσπάθησε να δώσει έναν χαρακτήρα «θετικής» επιστήμης στην ψυχολογία σαν εκείνο τον κλάδο που ασχολείται με τη συνειδητή εμπειρία, την ανάλυση των επιμέρους στοιχείων της και την ανακάλυψη των νόμων που καθορίζουν τη δημιουργία σύνθετων νοητικών καταστάσεων. Το πρόβλημα με την μέθοδο του Wundt ήταν ότι χρησιμοποιούσε την ενδοσκόπηση σαν εργαλείο μελέτης των φαινομένων. Μια διαδικασία υποκειμενική χωρίς δυνατότητα ποσοτικής έκφρασης των ευρημάτων και με προβληματική την επαναληψιμότητα των πειραμάτων. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το θετικιστικό κλίμα που επικρατούσε στις επιστημονικές κοινότητες στις αρχές του 20ου αιώνα οδήγησαν στην επικράτηση του συμπεριφορισμού ο οποίος απέκλεισε τη μελέτη της συνείδησης από την ψυχολογία σαν αντιπαραγωγική όσον αφορά συμπεράσματα που προκύπτουν από αντικειμενικά και μετρήσιμα δεδομένα. Το θεωρητικό-επεξηγηματικό πλαίσιο του συμπεριφορισμού αναπτύχθηκε από τον John Watson και βασίζεται στο πειραματικό έργο του Edward Lee Thorndike και του Ivan Pavlov. Η βασική θέση του συμπεριφορισμού είναι ότι αντικείμενο της Ψυχολογίας πρέπει να είναι η μελέτη της παρατηρήσιμης συμπεριφοράς και όχι της συνείδησης και των νοητικών φαινομένων για τους λόγους που ήδη αναφέραμε. Για έναν συμπεριφοριστή το ερμηνευτικό σχήμα είναι απλό: Ερέθισμα – Απάντηση (StimulusResponse). Δημιουργήθηκε μάλιστα και ο αστεϊσμός ότι η συνείδηση είναι η παύλα που συνδέει τις δύο λέξεις. Οι αντιδράσεις συνδέονται με τα ερεθίσματα με το λεγόμενο νόμο της ενίσχυσης ο οποίος ορίζει ότι η συμπεριφορά που ενισχύεται με ερεθίσματα αυξάνεται και παγιώνεται.

Ο συμπεριφορισμός παρέμεινε κυρίαρχο ρεύμα στην Ψυχολογία ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και την χαριστική βολή του έδωσε ο γλωσσολόγος Noam Chomsky στην κριτική του για το βιβλίο του συμπεριφοριστή SkinnerVerbal Behavior”. Σ’ αυτό το άρθρο ο Chomsky απέδειξε ότι η εκμάθηση του συντακτικού και της γραμματικής της μητρικής γλώσσας γίνεται χωρίς ιδιαίτερη διδασκαλία και χωρίς ιδιαίτερη ενίσχυση.

OChomsky τόνισε ότι οι τρόποι που αφορούν την σύνταξη της γλώσσας είναι παραγωγικοί δηλαδή αποτελούνται από συγκεκριμένους κανόνες μέσω των οποίων σχηματίζεται δυνητικά απεριόριστος αριθμός καινούργιων προτάσεων. Η λεγόμενη μετασχηματιστική γραμματική του, έβαλε πάλι στο παιχνίδι τα νοητικά φαινόμενα και το ρόλο τους αλλά και πυροδότησε τη γένεση της ψυχογλωσσολογίας μέσα από τη δουλειά του George Miller. Στην Ευρώπη οι ιδέες του συμπεριφορισμού δεν είχαν βρει και τόση απήχηση στο πλαίσιο της παράδοσης της ψυχανάλυσης και έτσι αναπτύχθηκαν και άλλες θεωρίες για την εξήγηση των νοητικών λειτουργιών. Οι γνωστότερες είναι η ψυχολογία της μορφής (Gestalt) και η αναπτυξιακή ψυχολογία του Jean Piaget. Για την Gestalt η διαδικασία απόκτησης γνώσεων συντελείται μέσω της σχηματοποίησης των ερεθισμάτων σε σύνολα και με την αναδόμησή τους από ένα σύνολο σε άλλο ενώ ο Piaget προσπάθησε να ανακαλύψει τις βασικές ψυχολογικές δομές της σκέψης στα διαφορετικά στάδια ανάπτυξης ξεκινώντας από την παιδική ηλικία. Μπορούμε να πούμε ότι το έργο του Piaget είναι κοντύτερα μ’ αυτό που αργότερα αποκλήθηκε γνωσιακή επιστήμη.

Ωστόσο, τα νοητικά φαινόμενα είχαν γίνει από πολύ νωρίς αντικείμενο φιλοσοφικής ενασχόλησης. Οι προσωκρατικοί ήδη από το 600 π.Χ. τα ερμηνεύουν μέσα από ένα μείγμα μεταφυσικών θεωριών και εμπειρικών παρατηρήσεων. Η ιδέα μιας άϋλης-πνευματικής «ψυχής» ανεξάρτητης από το σώμα που ευθύνεται γι’ αυτά τα νοητικά φαινόμενα αποτελεί την πρώτη προσπάθεια εξήγησής τους. Ανάλογη θέση είχε και ο Πλάτων με τις ιδέες να παριστούν την άφθαρτη,αιώνια και αμετάβλητη ουσία των πραγμάτων  ενώ η νόηση είναι η ύψιστη ιδιότητα του πνεύματος σε αντιπαραβολή με το θολό είδωλο του κόσμου που προέρχεται από τις αισθήσεις. Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί Ψυχής» ασχολείται με τα νοητικά φαινόμενα και με μια «εξελικτική» χροιά. Θεωρεί ότι υπάρχουν τρία είδη ψυχής η «θρεπτική» ψυχή που έχουν τα φυτά και τους εξασφαλίζει θρεπτικά συστατικά από το έδαφος, η «αισθητική» ψυχή που δίνει πληροφορίες για το περιβάλλον στα ζώα ενώ ο άνθρωπος εκτός της θρεπτικής και αισθητικής ψυχής έχει και «νοητική» ψυχή για τις σύνθετες νοητικές λειτουργίες. Ως γνωστόν, μετά τον Αριστοτέλη υπήρξε σιωπή για πολλούς αιώνες ώσπου με τα έργα του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα και του Κοπέρνικου δημιουργείται το κλίμα για τη γέννηση της σύγχρονης Επιστήμης όπως τη θεμελίωσε ο Rene Descartes. Στο ζήτημα που εξετάζουμε ο Descartes στο βιβλίο του LHomme περιγράφει τις λειτουργίες του ανθρώπου με μοντέλο την μηχανή και εισάγει έναν ακραίο δυϊσμό στη σχέση σώματος-ψυχής με την τελευταία να «καταλαμβάνει» το σώμα και να παράγει νοητικά φαινόμενα ως λειτουργίες. Αντίθετα με τον Descartesοι Βρετανοί εμπειριστές του 17ου και 18ου αιώνα (George Βerkeley, John Locke, David Hume) θεωρούσαν ότι η γνώση έχει σαν βάση την εμπειρία που προέρχεται από τις αισθήσεις. Οι ιδέες του Locke διατυπώθηκαν στο βιβλίο του «An Essay Concerning Human Understanding» το 1690. Ο Locke θεωρούσε ότι η ο άνθρωπος κατά την γέννησή του είναι ένας άγραφος χάρτης (tabula rasa). Η έμφαση των εμπειριστών στη σημασία των αισθήσεων και τη λειτουργία τους ανεξαρτητοποίησαν για πρώτη φορά την Ψυχολογία από την Φιλοσοφία εντάσσοντάς την εν δυνάμει στην ομάδα των άλλων νεαρών Επιστημών που φιλοδοξούσαν να αναπτυχθούν μέσα από ελέγξιμες υποθέσεις.

          Η γενέθλια ημέρα των νευροεπιστημών θεωρείται η 18η Απριλίου του 1861 όταν ο Γάλλος ανατόμος και ανθρωπολόγος Pierre-Paul Broca ανακοίνωσε την θέση του κέντρου της ομιλίας στον αριστερό μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου. Την προηγούμενη μέρα είχε πεθάνει ένας ασθενής του που παρακολουθούσε από καιρό (ο κύριος «Ταν-Ταν» όπως τον αποκαλούσε το προσωπικό) ο οποίος είχε χάσει την δυνατότητα ομιλίας και δεν μπορούσε παρά να προφέρει την λέξη «ταν» σε διάφορους συνδυασμούς έντασης  και χροιάς.

Οσον αφορά τα ερωτήματα που οι νευροεπιστήμες κλήθηκαν να απαντήσουν αυτά αφορούν τρία επίπεδα. Στο πρώτο-«βασικό» επίπεδο ανήκουν τα ερωτήματα για τη μορφή και τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και των δομικών του μονάδων, των νευρώνων. Οι βασικές νευροεπιστήμες θεωρείται ότι είναι οι μόνες που οδηγούν σε παραγωγή αποτελεσμάτων με την αυστηρή έννοια της επιστημονικής μεθόδου. Στο επόμενο επίπεδο ανήκουν τα λεγόμενα «μέσου» επιπέδου ερωτήματα τα οποία ασχολούνται με τους μηχανισμούς των αποκαλούμενων «ανώτερων» νοητικών λειτουργιών π.χ. τους τρόπους αντίληψης του περιβάλλοντος, την αποθήκευση και ανάκληση των πληροφοριών, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δράσεων κλπ. Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα στην ουσία προκαλούν διεπιστημονικές προσεγγίσεις με πολλούς άλλους κλάδους μεταξύ των οποίων η γνωστική ψυχολογία. Τα υψηλού επιπέδου ερωτήματα σχετίζονται με τη συνείδηση, τη σκόπιμη συμπεριφορά, την ευφυϊα κλπ. Η αναγωγή στα προηγούμενα επίπεδα είναι συχνή για τις ερμηνείες αλλά και την στήριξη των φιλοσοφικών μεταθεωριών για τη φύση του ανθρώπου που βρίθουν σ’ αυτό το επίπεδο ενασχόλησης.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από εκατό δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα (ή νευρώνες όπως αναφέρθηκε) οι οποίοι ανταλλάσουν πληροφορίες μεταξύ τους μέσω ενός τρισεκατομμυρίου ειδικών σημείων επικοινωνίας, τις συνάψεις. Ενας νευρώνας είτε βρίσκεται στο νευρικό σύστημα ενός σκουληκιού, ενός ποντικιού ή ενός ανθρώπου διαθέτει τα ίδια μορφολειτουργικά χαρακτηριστικά. Είτε εκτελεί στοιχειώδη αντανακλαστικά όπως σ’ έναν αστερία είτε λαμβάνει πολύπλοκες αποφάσεις όπως στον άνθρωπο λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο μεταφέροντας πληροφορίες με τη μορφή ηλεκτρικών ώσεων (εκπόλωση της κυτταρικής μεμβράνης του νευρώνα) και μεταβιβάζοντάς τες από νευρώνα σε νευρώνα μέσω χημικών σημάτων (έκκριση των λεγόμενων νευροδιαβιβαστικών ουσιών στις συναπτικές σχισμές). Εκείνο που διαφοροποιεί τους εγκεφάλους των ειδών είναι ο βαθμός πολυπλοκότητας που αντανακλά τις διαφορές στον αριθμό και τις συνδέσεις των νευρώνων. Ένα από τα πρώτα μοντέλα των νοητικών λειτουργιών ήταν αυτό του αντανακλαστικού τόξου. Αυτή η προσέγγιση αφήνοντας κατά μέρος τη μεταφυσική διάσταση των απόψεων του Descartes(αλλά διατηρώντας τις υπόλοιπες μηχανιστικές) θεώρησε ότι η συμπεριφορά προκύπτει στο σύνολό της με βάση αισθητικοκινητικά αντανακλαστικά τόξα υψηλής πολυπλοκότητας. Δηλαδή οι πληροφορίες μεταφέρονται στον εγκέφαλο με προσαγωγούς αισθητικούς νευρώνες, επεξεργάζονται και μεταφέρονται στο μυϊκό σύστημα με απαγωγούς κινητικούς νευρώνες. Είτε λοιπόν κάποιος απομακρύνει το πόδι του από τη φωτιά, είτε λέει ένα αστείο σε μια αμήχανη περίσταση κινητοποιεί (σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση) αντίστοιχα αντανακλαστικά τόξα. Είναι προφανές όμως, ότι το μοντέλο αυτό παρότι κυρίαρχο στη Νευρολογία μέχρι το 1960, παραμένει απλουστευτικά μηχανιστικό και δεν ερμηνεύει κάποιες συμπεριφορές, όπως π.χ. το να κάψει κανείς ενσυνείδητα το πόδι του σε μια θρησκευτική τελετή υπενθυμίζοντας ότι το «αυτόματο» του Descartes είναι μια καρικατούρα της πραγματικότητας των νοητικών φαινομένων. Για να ξαναγυρίσουμε στον Pierre-Paul Brocaη περιγραφή της αφασίας (μη δυνατότητα ομιλίας) που αναφέραμε έδωσε αφορμή στην ανάπτυξη αυτού που αποκλήθηκε «εντοπιστικό μοντέλο» στις νευροεπιστήμες σύμφωνα με το οποίο οι διάφορες λειτουργίες του νευρικού συστήματος είναι εξειδικευμένες και εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Οσον αφορά τώρα το ανατομικό υπόστρωμα των ανώτερων ψυχολογικών λειτουργιών αυτό θεωρείται ότι δημιουργείται μέσω παράλληλων συνδέσεων των νευρώνων αυτών των εξειδικευμένων περιοχών. Αυτό είναι το λεγόμενο «συνδετιστικό» μοντέλο και οι εισηγητές του ήταν οι παθολογοανατόμοι Wernicke και Ramony Cazal. Τα μοντέλα που αναφέραμε (του αντανακλαστικού τόξου, το εντοπιστικό και το συνδετιστικό) έχουν συνεισφέρει κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στην ερευνητική παραγωγή των νευροεπιστημών και της γνωσιακής επιστήμης γενικότερα.

Ιδιαίτερα το εντοπιστικό μοντέλο απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία στα πλαίσια της Θεωρίας της Εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου. Με δυο λόγια η ανάπτυξη αυτών των κέντρων εξυπηρετεί προσαρμοστικές, εξελικτικές ανάγκες ακριβώς όπως στους οργανισμούς μικρότερης πολυπλοκότητας. Ο Δαρβίνος ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν νοητικές δομές που καθορίζουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και αποκάλεσε αυτά τα συμπλέγματα των δομών και των συμπεριφορών ένστικτα. Ο Φρόϋντ επίσης δανείστηκε την έννοια του ενστίκτου από τον Δαρβίνο όταν μίλησε για το ένστικτο της ζωής και το ένστικτο του θανάτου σαν αρχετυπικά χαρακτηριστικά της ψυχικής δομής. Ο William McDougall το 1908 υπέθεσε ότι οι άνθρωποι έχουν δώδεκα ένστικτα: επιθετικότητα, αποστροφή, περιέργεια, ανταγωνιστικότητα, αυτο-υποτίμηση, γονεϊκότητα, αναπαραγωγή, επιθυμία για τροφή, κοινωνικότητα, ιδιοκτησία, δημιουργικότητα. Οπωσδήποτε αυθαίρετες θεωρίες που προετοίμασαν το έδαφος για τον συμπεριφορισμό και την άρνηση κάθε είδους αναφοράς στις νοητικές δομές.

Σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1943 (Α Logical Calculus of the Ideas Immanent in Nervous Activity) οι Pitts και Mc Culloch παραλλήλισαν την ψηφιακή λειτουργία των ηλεκτρονικών υπολογιστών με την «ψηφιακή» λειτουργία της διόδου του χημικού σήματος από τις νευρωνικές συνάψεις. Πράγματι, η γλώσσα των υπολογιστών έχει μόνον δύο «φθόγγους» το 0 και το 1 ενώ η διέλευση του χημικού σήματος από τον ένα νευρώνα στον άλλο προϋποθέτει μια συγκεκριμένη συγκέντρωση μιας ή περισσοτέρων νευροδιαβιβαστικών ουσιών. Ισχύει ο λεγόμενος νόμος «όλο ή ουδέν» προκειμένου η πληροφορία να περάσει στον άλλο νευρώνα. Κατά συνέπεια είναι ψηφιακή (1: περνάει η πληροφορία, 0: δεν περνάει). Η λεγόμενη Υπολογιστική Ψυχολογία διατείνεται ότι τα νοητικά φαινόμενα αποτελούν μια δημιουργική διεργασία η οποία βασίζεται στις υπολογιστικές ικανότητες των αλληλοσυνδεόμενων νευρώνων. Ο λειτουργισμός (που αποτελεί το φιλοσοφικό υπόβαθρο της Υπολογιστικής Ψυχολογίας) πιστεύει ότι οι ψυχοδιανοητικές λειτουργίες χρησιμοποιούν τον εγκέφαλο και τις δομές του αλλά δεν ανάγονται ούτε ερμηνεύονται από αυτόν. Συνεπώς η γνώση της δομής του εγκεφάλου δεν μπορεί να αποκαλύψει τη φύση τους κατά την ίδια έννοια που το hardware (ο «υλικός» υπολογιστής) δεν μπορεί να ταυτιστεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το software (το λειτουργικό σύστημα, πρόγραμμα).

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Von Neuman που σχεδίασε το πρώτο μοντέλο ηλεκτρονικού υπολογιστή στις αρχές της δεκαετίας του 1940 επηρεάστηκε εκτός από τις θεωρίες του Αγγλου μαθηματικού Alan Turing (που πρώτος ασχολήθηκε με τις λογικές ιδιότητες διαφόρων τύπων υπολογιστικών μηχανών) και από τις ήδη υπάρχουσες τότε γνώσεις για την λειτουργία του εγκεφάλου. Σημειώνουμε ότι εκείνη την εποχή δημοσιεύτηκε μια ακόμη μηχανιστική προσέγγιση της σκόπιμης συμπεριφοράς από τον Norbert Wiener: «Κυβερνητική: Ελεγχος και Επικοινωνία στα Ζώα και τις Μηχανές». Ακόμη, το κλίμα στους φιλόσοφους της Επιστήμης διαμόρφωνε (από τα χρόνια του μεσοπολέμου) ο λεγόμενος «κύκλος της Βιέννης». Μια ομάδα φιλοσόφων που εισήγαγαν τον «λογικό θετικισμό». Μια προσέγγιση που απέρριπτε κάθε μεταφυσική και υπογράμμιζε την σημασία των λογικών κανόνων στο έργο της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης. Ένα χαρακτηριστικό έργο ήταν του Rudolf Carnap: «Φιλοσοφία και Λογική Σύνταξη». Στον αντίποδα όλων αυτών ο Chomsky, που όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν θεωρούσε την νόηση μια μαθησιακή μηχανή και είχε αποδείξει ότι, στην περίπτωση της γλώσσας, υπάρχει μια έμφυτη δυνατότητα στο γλωσσικό όργανο να χρησιμοποιεί το συντακτικό και την γραμματική χωρίς προηγούμενη μάθησή τους υπονοώντας προσχηματισμένα νευρωνικά κυκλώματα που καθιστούν κάτι τέτοιο δυνατό. Κάποια χρόνια αργότερα ο Fodor επέκτεινε τις ιδέες του Chomsky στο σύνολο της νόησης. Γι’ αυτόν εκτός από το γλωσσικό όργανο που είναι εγγενές υπάρχουν παρόμοια γνωστικά στοιχεία (modules) τα οποία λειτουργούν ανεξάρτητα και ασχολούνται με την πρόσκτηση και επεξεργασία διαφορετικού είδους πληροφοριών. Η προσέγγιση των οποίων κύριοι εκπρόσωποι ήταν ο Chomsky και ο Fodor αποκλήθηκε νατιβισμός και δεν μπόρεσε να επηρεάσει την κοινότητα των ψυχολόγων μέχρι πρόσφατα οπότε εκδόθηκε μια συλλογή άρθρων με τον τίτλο «Theadaptivemind» (1992). Σ’ αυτά τα άρθρα οι εξελικτικοί βιολόγοι JeromeBarkow, LedaCosmidesκαι John Tooby παρενέβησαν υπέρ του νατιβισμού και των modulesτου Fodor εισάγοντας για τον Νου την μεταφορά του «Ελβετικού σουγιά». Το νοητικό όργανο αποτελείται από διαφορετικά γνωστικά στοιχεία που το κάθε ένα επιτελεί διαφορετικό έργο, όπως τα εργαλεία του ελβετικού σουγιά. Κάθε ένα από αυτά τα νοητικά εργαλεία έχει προκύψει εξελικτικά καλύπτοντας προσαρμοστικές ανάγκες. Την σκυτάλη πήραν οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι (Patricia Greenfield, Elizabeth Bates, Annette Karmiloff-Smith κ.α.) που υποστήριξαν την «πλαστικότητα» του εγκεφάλου. Ισχύει δηλαδή η μεταφορά του ελβετικού σουγιά αλλά το ποια εργαλεία του θα είναι εν χρήσει εξαρτάται από το περιβάλλον. Μ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να ορίσουμε και την ψυχοθεραπεία σαν την διαδικασία ανάπτυξης των modulesπου διαθέτει κάποιος μέσα από την διαμόρφωση ενός συναισθηματικού περιβάλλοντος (θεραπευτική σχέση) που το επιτρέπει.

Τώρα, το ίδιο το συναισθηματικό βίωμα συνδέεται με συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου όπως έχει δείξει η δουλειά του εξελικτικού βιολόγου McLean. Ο McLean εδραιώνοντας μια θεωρία της σχέσης των μερών του εγκεφάλου με την εξέλιξη έδειξε ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει προκύψει από αυτόν των πρώτων θηλαστικών ενώ ο αρχέγονος εγκέφαλος είναι αυτός των ερπετών. Ο εγκέφαλος των ερπετών περιλαμβάνει το λεγόμενο ραβδωτό σώμα (που υπάρχει και στα θηλαστικά και τον άνθρωπο), αυτός των πρώτων θηλαστικών περιλαμβάνει το μεταιχμιακό σύστημα και την αμυγδαλή ενώ των ανθρώπων περιλαμβάνει εκτός από τα προηγούμενα και τον νεοφλοιό έδρα των ανώτερων γνωστικών λειτουργιών. Η σιωπή και η μοναχικότητα χαρακτηρίζουν τον κόσμο των ερπετών. Δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικότητας, αλληλεπίδρασης και συναισθήματος. Πολλά μικρά ερπετά, μόλις εκκολαφθούν πρέπει να δραπετεύσουν για να μην φαγωθούν από τους γονείς τους! Αντίθετα, τα θηλαστικά ζουν σε κοινότητες, είναι σε γενικές γραμμές αλληλοεξαρτώμενα και παρουσιάζουν σε σχέση με τα ερπετά τρία επιπλέον πράγματα: μητρική φροντίδα και προσκόλληση του βρέφους, φωνητική επικοινωνία και παιχνίδι. Τα θηλαστικά έφτιαξαν τις κοινωνίες με πρώτες σχέσεις τις σχέσεις μητέρας – βρέφους. Οι διαφορές στην κοινωνικότητα και τους δεσμούς προσκόλλησης που παρατηρούνται μεταξύ ερπετών και θηλαστικών οφείλονται στην ανάπτυξη του μεταιχμιακού συστήματος από τα τελευταία. Σε κάποιο πείραμα η αφαίρεση τμημάτων του μεταιχμιακού συστήματος σε πιθήκους άλλαξε την συμπεριφορά τους. Οι πίθηκοι έχασαν την επιθετικότητά τους, το φόβο, έτρωγαν οτιδήποτε και προσπαθούσαν να ζευγαρώσουν ακόμη και με άψυχα αντικείμενα (σύνδρομο Kluver-Bucy). Παρόμοια, στους ανθρώπους το μεταιχμιακό σύστημα επεξεργάζεται το υποκειμενικό βίωμα των συγκινήσεων.

Μια απόδειξη γι’ αυτό είναι η λεγόμενη ψυχοκινητική επιληψία. Σ’ αυτήν η παθολογική ηλεκτρική δραστηριότητα των νευρώνων περιορίζεται μόνο στο μεταιχμιακό σύστημα (αντίθετα με άλλες μορφές επιληψίας που εξαπλώνεται σε ευρύτερες περιοχές) υποδηλώνοντας την λειτουργική του αυτονομία. Κατά την ψυχοκινητική επιληψία προηγείται μια «αύρα» που περιλαμβάνει πολύ έντονα συναισθήματα τα οποία όμως είναι αποσυνδεδεμένα από οτιδήποτε πράγμα, πρόσωπο ή ιδέα. Αναφέρεται μάλιστα από κάποιον Gowers το 1881 η περίπτωση μιας κοπέλας 20 χρονών που σε μια έκρηξη τρυφερότητας φιλούσε όσους ήταν παρόντες. O McLean υποστήριζε ότι στο μεταιχμιακό σύστημα συναντώνται τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου και τα ζωώδη μη έλλογα συναισθήματα, οι επιβιώσεις του αρχέγονου ψυχικού οργάνου των πρώτων θηλαστικών.

Σ’ αυτό το σημείο οφείλουμε να πούμε ότι οι συγκινήσεις γενικότερα έχουν σωματική βάση και κοινωνικό πλαίσιο. Π.χ. το σφίξιμο στο στομάχι, η εφίδρωση, η αύξηση του ρυθμού των αναπνοών μπορούν να βιωθούν ως ερωτική διέγερση στο πλαίσιο μιας ερωτικής σχέσης ή ως θυμός στο πλαίσιο μιας εχθρικής. Είναι σαφές ότι τα συναισθήματα προαπαιτούν μιας κάποιας μορφής κοινωνική αλληλεπίδραση για το υποκείμενο που τα βιώνει. Η δε ερμηνεία τους προϋποθέτει ένα σύστημα ιδεών και νοηματοδότησης του κόσμου ιδιαίτερο για την κοινωνική ομάδα που ανήκει το άτομο. Η διαδικασία αυτής της ερμηνείας και η εκτίμηση των συναισθημάτων γίνεται στην αμυγδαλή (ή αμυγδαλοειδή πυρήνα) του μεταιχμιακού συστήματος. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η διαδικασία εκτίμησης των συγκινήσεων που γίνεται στην αμυγδαλή δεν απαιτεί ανώτερες γνωστικές διεργασίες που σχετίζονται με την κριτική ικανότητα ή την επίλυση προβλημάτων. Παραπέρα, εφόσον τα συναισθήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν αποσπασμένα από το πλαίσιο αλληλεπίδρασης στο οποίο συμβαίνουν, εντάσσονται στο ευρύτερο πλέγμα επικοινωνιακών πράξεων καλύπτοντας σε μεγάλο βαθμό αυτό που ο Watzlawick αποκαλούσε «αναλογική» επικοινωνία. Υπ’ αυτή την έννοια τα συναισθήματα καθορίζουν τις σχέσεις όπως π.χ. ένας θυμός επειδή είναι κρύα η σούπα καθορίζει μια συζυγική σχέση σαν αυταρχική. Ακόμη η κουλτούρα καθορίζει τα συναισθήματα εάν υποτεθεί ότι το προηγούμενο επεισόδιο έγινε στο Αφγανιστάν που η κυρίαρχα αναμενόμενη συμπεριφορά για τις συζύγους είναι να σερβίρουν τη σούπα πάντοτε ζεστή. Ο DeRivera (1992) θεωρεί ότι η πηγή των συναισθημάτων δεν είναι τα φυσικά σώματα των αλληλεπιδρώντων αλλά το ίδιο το περιεχόμενο της σχέσης τους. Η επιρροή της αλληλεπίδρασης φθάνει και μέχρι το σημείο να διαμορφώνει την εγκεφαλική δομή όπως έχουν δείξει έρευνες της τελευταίας δεκαετίας του Daniel Stern ο οποίος μελέτησε την πρώϊμη επικοινωνία μητέρας-βρέφους. Ο Stern απέδειξε ότι η ωρίμανση των νευρωνικών κυκλωμάτων που είναι υπεύθυνα για ανώτερες ψυχογνωστικές λειτουργίες βασίζεται στα πρώϊμα συναισθηματικά βιώματα του βρέφους με την μητέρα του. Επιπρόσθετα, έχει αποδειχθεί (στο πρόσφατο πεδίο της ψυχο-νευρο-ανοσολογίας) ότι υπάρχουν επακριβώς προσδιορισμένα αιτιακά μονοπάτια διαμέσου των οποίων ορισμένες περιπτώσεις άγχους που συνδέονται με καταστάσεις «χωρίς ελπίδα – χωρίς βοήθεια» επιφέρουν μειωμένη ανοσολογική ανταπόκριση και ευπάθεια στην προσβολή μικροοργανισμών και καρκίνου.

Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας προσπάθειας αναβίωσης της μηχανιστικής προσέγγισης, όχι βέβαια μέσω της επανανακάλυψης ενός αφελούς καρτεσιανισμού, αλλά του λεγόμενου αναγωγισμού κύριος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Ernest Nagel.

Σύμφωνα με αυτή την άποψη μια θεωρία, ας πούμε βιολογική, είναι αναγώγιμη σε μια χημική θεωρία εάν πληρούνται οι επόμενες προϋποθέσεις. Πρώτο: Οι όροι της βιολογικής θεωρίας να μπορούν να συνδεθούν με τους αντίστοιχους της χημικής θεωρίας π.χ. ο όρος «γονίδιο» να συνδεθεί με τον όρο «DNA». Δεύτερο: Με τη βοήθεια αυτών των παραδοχών συνδεσιμότητας η βιολογική θεωρία να μπορεί να παραχθεί-προκύψει από την χημική θεωρία με τη χρήση των γενικών αρχών της λογικής. Ηδη, μοριακοί βιολόγοι δεν κρύβουν τη φιλοδοξία τους, να ανάγουν στην μοριακή βιολογία, εκτός από το σύνολο της βιολογίας και της φυσιολογίας, την συμπεριφορά και την νόηση. Για όσους θεωρούν ότι αυτά είναι υπερβολές θυμίζω τις ερευνητικές προσπάθειες για το γονίδιο της ομοφυλοφιλίας ή του φιλελευθερισμού. Η μηχανιστική αναγωγιστική αλυσίδα είναι η ακόλουθη: Συμπεριφορά συναισθήματα εγκεφαλική δομή φυσιολογία μοριακή βιολογία. Ο αναγωγισμός είναι απλουστευτικός και αδιέξοδος λόγω του ότι κάθε επίπεδο φυσικής και κοινωνικής οργάνωσης (DNA, κύτταρο, ιστός, οικογένεια, εθνοτική ομάδα) από τη στιγμή που συγκροτείται αποκτά ιδιαίτερες αιτιακές ιδιότητες που το χαρακτηρίζουν και διαφυλάσσουν την αυτονομία της επιστήμης που το μελετά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι καταργούνται οι διεπιστημονικές ενοράσεις και οι μεταθεωρητικές συνθέσεις. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το βιβλίο «Rethinking Innateness» (Elman, 1996) στο οποίο αναπτυξιακοί ψυχολόγοι, γλωσσολόγοι, νευροεπιστήμονες αναζητούν τα σημεία τομής των ερευνητικών τους προσπαθειών. Η συστημική προσέγγιση αναγνωρίζει ταυτόχρονα αυτονομία και αλληλεξάρτηση των διαφόρων επιπέδων οργάνωσης. Μ’ αυτή την έννοια η Ψυχολογία και η Βιολογία είναι τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά…..

                                                           Νίκος Τσάμης

 

                            ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1) Kώστας Κριμπάς, Στέλλα Βοσνιάδου (επιμ.): «Ψυχολογία και Βιολογία» (αφιέρωμα) Περιοδ. ΝΟΗΣΙΣ, τευχος 1,  Εκδ. Τυποθήτω. 2005

2) Merrilee Salmon, John Earman: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Επιστήμης , Πανεπ/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2001

3) Μπετίνα Ντάβου(επιμ.): Συγκίνηση, Ερμηνείες και κατανόηση. Εκδόσεις Παπαζήση, 2004

4) Neil Stillings, Steven Weisler: Εισαγωγή στη Γνωσιοεπιστήμη, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2003

5) Στέλλα Βοσνιάδου (επιμ.): Γνωσιακή Επιστήμη, Η νέα Επιστήμη του Νού, Εκδόσεις Gutenberg, 2004