Anything Goes…

1. Ἡ Μαρκέλλα
(σχεδίασμα γιά τσιγγάνικο παραμύθι)
Εἶπε πίσω ἀπ’ τά δόντια:
«Ἐσᾶς βλαστήμιες τοῦ Πάσχα καλῶ
κάτουρα σερνικομούλικων καί ἀρνήσεις μετάληψης
χειμωνιάτικες Λύκαινες καί ὀνικές κτηνοβασίες
λέοντες χριστιανοφάγοι καί πειρασμοί Ἀσκητῶν
ἔριδες ἀδελφῶν καί ἀπιστίες παπαδιῶν
συναγωγές ἐκπεσόντων καί ψεύδη Ἐξομολόγησης
Ἐγώ ἡ Νέα Σαλώμη
ζητῶ τήν ψυχή ἐκεινοῦ πού ἔχω στην ψυχή μου
ΑΖΑΡΩΔ – ΡΩΖΑΑΔ – ΔΑΖΑΩΡ
Γένοιτο».

Δεν ἔγινε τίποτα… Καί τότες πέταξε μέ θυμό
τό μαγγάνεμα στίς λάσπες.
Ἐκεῖνο βλάστησε τήν Ἄνοιξη δένδρο μέ Τίμιο
Ξύλο καί φύλλα πολύχρωμα κουρελάκια πού
μέσα κρύβονταν ἐρωτευμένες καρδερίνες… Δέν
τόβλεπε ὄμως κανείς…
Κι ἡ κόρη μέ τό ἄγουρο στήθος γέρασε
ἄπιστη στά μάγια. 

2. Ἡ Βάγια
Ἀντίπερα στίς ὄχθες τοῦ Μίμνερμου
Στέκεται ὁ Ἀπόστολος τῆς Βάγιας…

“Μόνον τῆς Βάγιας τό γλαυκόγαλα
ζωοδοτεῖ τήν ἐπίμονη ἦττα
τῶν παιδιῶν τῆς στέρησης.
Ἀλί τίς μέρες πούφυγαν, ἀλί τίς μέρες πούρχονται
αφήνοντας ἔνα παρόν θυμήσεων καί ὀνείρων”

Ἀλλά νά, κατηφορίζει ἡ Βάγια
λιοχαροπερδικόστηθη
στό Μίμνερμο λούσιμο ἀπωθώντας
τά ὄνειρα στήν κόχη τοῦ Σύμπαντος
καί τίς μνήμες
στήν πρώτη δαγκωνιά τοῦ μήλου τοῦ Ἀδάμ…

Ἔτσι ἀπλώθηκε καί πάγωσε τό παρόν
στή θεϊκή της θέα.

3. Ἡ Μελίσσα
Ἡ Μελίσσα κορίτσι δώδεκα χρονῶν, ἀδύνατο μέ κατάλευκο κέλτικο δέρμα, μακρυά κατσαρά κόκκινα μαλλιά καί πεταχτά γόνατα, ἀπαγγέλει γιά κάποια
πόρνη μέ κυτταρίτιδα καί μια σύζυγο εὐλαβοῦς νεωκόρου:

“Ἀδελφές ἐκ Μαντινείας
μιά ἱέρεια πορνείας
ἄλλη δούλα ἐγγαμίας
καί οἱ δυό χλιδῆς καμμίας.

Ἐντός πόνος τῶν ἐρώτων
στό ὑπόγειο τῶν ἱδρώτων
γιά τήν πόρνη τῶν γαμώτων.

Ἔρως νύχτα πού ἐβάφτη
στό δυάρι πού ἐθάφτη
μιά κυρά καντηλανάφτη.

Δές Ἀρχαῖα Διοτίμα
τέτοιο ἄδικο καί κρῖμα
μέ τοῦ ἔρωτος τό βῆμα
εἰς τό κάτεργο, τό μνῆμα.”

4. Ἡ Κοντιλένια
Καλῶς το τό Μαγιάπριλο
καί σεῖς ἀποκαρπίτες τοῦ Ἐλέους
κορφόφυλλα τῆς Συφορᾶς
κλήδονες τῆς κατάρας.

Καλῶς την Κοντιλένια μου
καί σεῖς θαλασσομάχοι τῆς Ἐρήμου
χρυσάνθεμα τῆς λοιμικῆς
καχέκτες τῆς Ἀγάπης.

5. Ἡ Μαυρομαντηλοῦ
Καί κείνη καθιστή στό παράθυρο
παράγκας ἀνεμόδαρτης ἀπό
βορηάδες βροχάρηδες
λύκους ἀγάλακτους κάλαγε
μέ χορειακές χειρονομίες
ἄγνωστης Σολωμονικῆς.

Καί ἔγινε ἡ σύναξη τῶν Ἀγρίων
στήν παράγκα τῆς Μαυρομαντηλοῦς
καί ξεχειμώνιασαν στή σιωπή τοῦ ξύλου πού βράζει
γυναίκα μέ κτήνη, νικητές τῆς ἀμνησίας τοῦ γάλακτος
ψηλά στά παράλια βαρέων νεφῶν

6. Ἡ Ἀγαζούλα…

7. Ἡ Καλλιστώ
Ψέγοντας Ἀγάπη κλεψίγαμη
ἐν ὦρα γλυκειᾶς δυστυχίας…

8. Ἡ Ποθητή
Ἦταν ὄλα ἐκεῖ…
τά φούξια, τά λιλά, τά μώβ,
οἱ κάμπιες, τά ζουζούνια
οἱ ἀναστάσιμες ὀσμές

Φυτρωμένες κι οἱ ἠδονές τῆς Ποθητῆς
ὄταν κοιμήθηκε τον ἄνδρα της
ποὔχε γιά χαμένο στίς θάλασσες τῆς Μαντζουρίας.

Γύρω κανείς˙ μόνο ὁ ἀγράμματος κηπουρός
μέ τά χαλασμένα μπροστινά δόντια
καί τό ἐξυπηρετικό βλέμμα…

Ὁ κῆπος τῶν Ἰδεωδῶν ἄφραχτος
κι ἀπλησίαστος.

9. Ἡ γιαγιά μου
Ἡμίγυμνες ἀγρότισσες, χορεύτριες μέ τσεμπέρια
λουλούδια στίς ἐπετείους, τάματα στήν Παναγιά,
χέρσες θηλυκότητες, στεγνές ἠδονές
καί τά στραμώνια φυτρώνουν ἀτάραχα
στό παρτέρι τῶν νεκρῶν
τοῦ μέρους τοῦ φθαρτοῦ τῆς Ὀμορφιᾶς.
Τό ἄλλο; … Ἔρωτα ἔρωταν πατήσας
κι ἐγώ λέω
τίνος ἡ φαντασία μπορεῖ νά ἀνθέξει
τήν εἰκόνα τῆς γιαγιᾶς μου ὄταν ἔσμιγε
τον παππούλη μου ἱππαστί καί μέ λυτά μαλλιά
στά ἐνενήντα τους;
Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ Ζωή ἀνήκει στούς
νικητές τῆς κεκαθαρμένης Ὀμορφιᾶς
Στούς ἄλλους οἱ μυλόπετρες τῶν ὅποιων διλημμάτων.

10. Τά παιδιά μου…

11. Γύρω μου ὁ Σιμούν στροβιλίζεται
καί τά μυρμήγκια ἤδη κατοικοῦν
στά ρουθούνια
τῆς πεθαμένης μου καμήλας…

12. Ἀμοργός Δευτέρα
Ἔϊ σεῖς ξωμάχοι τῆς ρίγανης
ἀερικά τοῦ βυθοῦ
Δέτε τό ξάναμμα τοῦ Ὠρίωνα πῶς φουντάρει
στή χόβολη τῆς φτέρης
τον τροῦλο τοῦ σπουργίτη πῶς κυματίζει
στή μπρατσέρα τῆς Πούλιας…

Μαζέψτε τά κρίνα τοῦ γιαλοῦ τά φυτρωμένα
κεῖ πού πάτησε τ’ ἀκροπόδι τῆς Ἀγάπης μου

Φιλήστε τό μεσοφόρι τῆς γλάστρας
τό φυλαχτό γιά τ’ ἀγόρια τῆς Μαντῶς
τά ξέφτια τοῦ κιλιμιοῦ πού κυλίστηκε
ἐκλιπαρῶντας τον ἔρωτα τῆς Νιότης…

Ἔϊ ξωμάχοι τῆς ρίγανης
ἀερικά τοῦ βυθοῦ
ἐλάτε νά σᾶς μυήσω στό λουλακί τῆς λαγουδέρας

Νά πιεῖτε ἀπ’ τό μοσχάτο τῆς ἀντηλειᾶς
Νά καβαλήσετε τ’ ἀλογάκι τῆς Παναγιᾶς
ὠς τά ψηλά τά σύννεφα τοῦ θυμοῦ τῶν Ἁγίων.

Ἔϊ ξωμάχοι τῆς ρίγανης
ἀερικά τοῦ βυθοῦ
ἐλάτε νά σᾶς κεράσω μπουκαμβίλια
στήν ξερολιθιά τοῦ Πουνέντε
περγαμόντο καί τζίτζιφο στίς κορφές τοῦ Λεβάντε
μαστίχα και δαφνόφυλλο
στό καφενεδάκι τοῦ Ἅγιου Μάμμα…

Ἔϊ σεῖς που΄καλῶ δέτε με
πῶς ἀναβλύζω στό ξάγναντο
ἐκθαμβωτικῶν Μαΐων
κρουσταλλιασμένο παρανάλωμα Ἀγάπης κρυφῆς…

13. Ὁ Β.Α. γιά τό μέλλον
Προφητεύω τό φοβερό Τέλος
Τό Τέλος, τό ἀσύλληπτο σε φρίκη καί Θάνατο
Τό Τέλος τό ἀνίκητο ἀπό Θάρρος καί Μάραθο
Γένος βλάσφημο τῶν πεταλούδων ἔφθασαν
οἱ μέρες σου

Γένος ἄπιστο τῶν Ἀρχιρόδων
Γένη κολάκων, ἀρνητῶν, τοκογλύφων, ἀνήδονων
ἔφθασαν οἱ μέρες σας.

Ἔτσι θά κάθομαι στήν κορφή καί θά βλέπω
κάτω τίς φλόγες σας μέ πίσω μου
σε μακριά γραμμή τους μάρτυρες
τῆς ἐφησύχασής σας.

Ἐνῶ στήν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ μαζεμένες
οἱ ἀδάκρυτες Κασσάνδρες θά μετροῦν
κι ὕστερα θά σιάζουν τίς μαντήλες
σε ἤχους τοῦ στήθους φευγάτες.

Κι ὄταν κρυώσουν οἱ στάχτες σας
θά κατέβουμε νά τίς κοσκινίσουμε
γιά χρυσά δόντια καί ἄκαφτες γλῶσσες
πού θά πρέπει νά πετάξουμε μετά

στό ξεροπήγαδο πού ρίχτηκε ὁ τελευταίος Σοφός
ἐνῶ ἀπ’ τά βάθη θ’ ἀναδύεται
ἴσκιος τρελλῆς μέ μαύρο μετάξι μώβ νυχτερινά
παίζοντας στό πιάνο ὄρθια γιά τ’ ἄτι τ’ Ἄϊ Γιωργιοῦ
πού χωρίς ἀναβάτη θά ἠμερέψει.

Κι ὄταν γίνουν αὐτά θά προσφαΐσουμε
φέτες φεγγαρόφωτος στή σπηλιά τῆς Ἀρκούδας
μέ τήν ψυχή μας ν’ ἀκολουθεῖ
τό τραγούδι τοῦ γκιώνη γιά

τά μελλούμενα τά ἀνθόσπαρτα
τά ἀπότιστα καί πετροφυῆ

τά καλλίτεχνα τά άνίκητα
τά ἀμέθυστα καί οἰνοπληθῆ
τά φιλήδονα τά ἀμώμητα
τά ἀδήμονα καί ὁψιφανῆ.

14. Τό ὄνειρο τῆς νύχτας τῆς 21/7/92
(στόν Μ. Μαρ.)
Ξαφνικά βρέθηκα ἀνάμεσα σέ στρατιῶτες
πού ὁ ἀρχηγός τούς ἐμψύχωνε
μέ λόγια ἠρωϊκά καί κεῖνοι
τραγουδούσαν ἐμβατήρια τοῦ Θανάτου
καί τοῦ Νοήματος.

Καί ἐγώ ἔκλαιγα πολύ, μέ σπασμένους λυγμούς
Μόνος, γονατιστός μέ κρεμασμένα χέρια,
ἀόρατος ἀνάμεσά τους.

15. Βαρύς χειμῶνας ὁ φίλος μου
ὁ σύντροφος τῆς πλήξης μου
καί λεπτοδείχτης τῆς Ὑπομονῆς μου.

16. Στόν κόρφο τῆς Ἀγάπης μου
φύτρωσ’ ἀγαποχόρταρο

σκύφτω τό μυρίζω
καί τόν κόσμ’ ἀκρίζω
σκύφτω τό δαγκώνω
καί τόν κόσμ’ ἐνώνω

17. Κακιά Σκάλα
Ἔφυγα μόνος γυμνός
πίσω μου ἀλυχτοῦσαν τ’ ἀναθέματα
κι οἱ βιβλιοθῆκες καιγόντουσαν
γιά προσάναμμα στόν Αἰώνιο Χειμῶνα

Γιατί σέ μέ
Λαλιά σέ ἄλλους χλαλοή;
Ἀλίμονο

Ἄγρια Ἐλευθερία μέ κατασπάραξε.

18. Ἡ μετάφραση τῶν ἐβδομήκοντα
Λάτρης ἐξωστρεφοῦς ποιητικῆς
ἐραστής ἀνυπότακτης Γλώσσας 

ἤ ἄλλως πως:

Τί ποιήματα νά γράψουν
ποιητές πού δέ γαμοῦν;

19. Τάμα
Μελλοντικός ἀναχωρητής
ἔχτισα μέ τά χέρια μου ξωκκλήσι στους Ἀγγέλους

Σκεπή ἁρμύρας πέτρινης
Λευκάδα τοῦ γαλάζιου
καταφυγή χελιδονιῶν
Ναός τῶν Ἀσωμάτων
καί γώ τό ἐκκλησίασμα πρέσβυς ἀνώνυμων ναυαγίων
Ρομφαίας καί Κρίνου τῶν παρακλήτων…

Ἀέρινος ψίθυρος γαϊδουράγκαθων
μικρῆς καμπάνας χαρμόσυνη
ξεροῦ ἀντίδωρου χόρταση
αἰώνων νηστείας. 

20. Τό Πέταγμα
Πῶς πετῶ μονάχος στα ὄρη τῶν Σαββάτων
πάνω ἀπ’ τίς λίμνες τῶν μηνῶν
καί τῶν ὀξύαιχμων ἐποχῶν. 

Σιωπή τῶν Αἰώνων ὁ θόρυβος τῆς Ἱστορίας
κι ὕστερα πλημμύρισαν οἱ πόθοι
τά μελλοντικά τοπία
μιᾶς Ἄχρονης Ὠραιότητας
μιᾶς Ἄχραντης Δικαιοσύνης
μιᾶς Ἄχρηστης Ἐπανάστασης.

21. Ναι
στό πρόσωπο λεῖο ἀστραφτερό
τό ἄγουρο ξόδι μιᾶς ζωῆς χαρισάμενης
γιατρειά μήπως τά τόσα αἰσθήματα
τί νά πρωτοζήσεις αἰχμάλωτος στα σίδερα
στούς τρυφερούς στήμονες βάβω ἡ πληγή
ρέει τόν ἄκανθα τόν ἀνυπέρθετο
τόν Gingsberg τοῦ Βουδισμοῦ χαμένη νιότη
τήν τελευταῖα στιγμή πρίν βεβαιωθεῖ
ἡ ἐπιβίωση στόν Χάνδακα σκοτεινές νύχτες
σιωπηλές καί ἄφοβες μέγας ἡττημένος
ἀριστοκράτης μέ κομμένη γλῶσσα
σπέρνοντας στήν ἔρημη ἀμμουδιά
κόκκος – κόκκος ἡ ἀπελπισία φυτρώνοντας
ζούγκλα το κακό θεριεύοντας τα πάθη καίγοντας τίς ψυχές ἀνάθεμα…

22. Μεσιτεῖες Ἀνέμων
Γυρίζοντας ὁ Λεβάντες ἀπ’ τή Σαμαρκάνδη
καί ὁ Πουνέντες ἀπ’ τή Βρεττάνη
βουβάσανε τά τζιτζίκια στό πευκοδάσος τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνα…
Ἔτσι καταλαγιάζοντας μέ τό σύριγμα τῆς βελόνας
ἱκέτευσαν τούς Ἀφέτες τῶν Ἀνέμων γιά τ’ ἄδικα εἰδωμένα τους.

Ο ΛΕΒΑΝΤΕΣ
“Ἔλεος στόν κυνηγημένο Ὁβριό
εὐγενικέ μου Ἀρχοντάρη

Ο ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ
“Ἔλεος στό λιποτάκτη Γερμανό
γλυκοφιλένια μου Ροδή”

Ο ΛΕΒΑΝΤΕΣ
“Ἔλεος στόν ἄεργο ἀγροκόμο
χορτοθέρη μου Ἀλωνάρη

Ο ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ
“Ἔλεος στό μαυροφόρο ὀρφανό
μαγιαπριλένια μου ὡδή”

Ο ΛΕΒΑΝΤΕΣ
“Ἔλεος στήν παναμώμητη χήρα
ἀσκητικέ μου Ἀλογάρη”

 

23. Ἔργα Ἀπόβραδου
Δροσίζοντας ἀρχίνησα
νά συμμαζεύω τίς περιστερούλες
στό βραδυνό κούρνιασμα.

Ὕστερα πότισα τόν κάπρο μέ
κρυερό νερό ριγηλῆς κρουνιᾶς βουνήσιας. 

Σκέπασα τόν Γαρουφαλῆ στόν κατάχαμο ὕπνο του
μέ τήν ζακετούλα τῆς Θαλπερούσας.

Τάϊσα τό κοιλάρφανο ἀρκούδι μέ τό
μέλι τοῦ φιλιοῦ τῆς Ἐρωφίλης.

Κήπευσα στόν κόσμο τήν προσμονή τοῦ Ὠραίου
καί ὕστερα κοιμήθηκα μέ τήν Θεοΰφαντη μοναξιά μου ἀγκαλιά.

Ἐργάτης τῶν ταπεινῶν ἀοράτων.

24. Ὁ Β.Α. θυμᾶται μιά νύχτα του
Ζαλισμένος ἀπ’ τήν εὐωδιά τοῦ πρωϊνοῦ
καί τόν ἱδρῶτα στά ριζομήρια ξανθῆς παρθένου
καθρεφτίστηκα στά γκρίζα βάθη
σπασμωδικῶν κυμάτων.

Ἐγώ κι ἡ νωπογραφία της
τρέμουσας αἰδοῦς καί ἠδονῆς
τό λῆμμα τῆς Ἀθανασίας πού ἀξιώθηκα.

Ἐγώ ὁ Μέγας Ἀποπλάνος.

25. Τοῦ κ. Hammis
Ὕστερα ὁ πενθηφορῶν ἐρωδιός
ὕμνησε τό κουράγιο τῶν ἀνθρώπων
τεφρά ὀρατόρια τερερίζοντας…

26. Τό νόημα τῆς Ζωῆς
(στόν Γ.Χ.)
Φιλοκάματος ζευγάς
τραχυτάτης Ἀληθείας
Θαλασσόδαρτος βαρκάς
πενιχρότης Ἀλιείας 

ἀλλά καί 

Ἐρωτόχαρος μιγάς
μαγικῆς ἠλιολατρείας.

27. Λίκνισμα ψεύτικης Ἀπειλῆς
ἐνῶ γύρω ἱκέτευαν λαβωμένοι
ἄλλοτε νά ζήσουν
ἄλλοτε νά πεθάνουν

(Ἐκεῖ ἦταν καί νεαροί ἀξιωματικοί
τοῦ Στρατοῦ τῆς Αὐστρουγγαρίας χορεύοντας
ἀτσαλάκωτοι μέ τίς ξανθές τους ντάμες
βάλς σέ σάλες ἀλαβάστρινες.)

28. Καμμιά ψυχή
στό κατόπι τῆς μνήμης τους.

29. Ἀκριβό τό ἀντίτιμο τῆς Ἄνοιξης
σέ παλαιά φθινόπωρα

30. Οὔτε δάκρυ, οὔτε θυμός
μόνο μιά Ἀνάγκη πού μόλυνε τά πάντα

31. Φωτεινό Ἐνύπνιο

Φαντασία ἴσον πραγματικότητα
Φυσική ἴσον Μεταφυσική
Ἐξέγερση ἴσον Ὑποταγή
Δύναμη ἴσον Ἀδυναμία
Περιθώριο ἴσον ἐπίκεντρο
Σῶμα ἴσον Ψυχή
Δημοκρατία ἴσον Ἀριστοκρατία
Ἀμαρτία ἴσον Ἦθος
Ἐθνισμός ἴσον Διεθνισμός
Νεωτερικότητα ἴσον Παράδοση
Τύχη ἴσον Ἀναγκαιότητα
Χαρά ἴσον Λύπη