“Εγώ φίλε δεν πάω Κόρινθο, φεύγω”

Το CBR 600 το είχε περίπου 2 χρόνια… Το αγόρασε καινούργιο, αντιπροσωπείας. Ένα εκατομμύριο προκαταβολή από τη μάνα του (κρυφά από τον πατέρα του) με τα λεφτά του εφάπαξ της σύνταξής της, που είχε αυτή η αμόρφωτη γυναίκα από τη Στυλίδα αβγάτισε στο Χρηματιστήριο. Καμιά ειδική οικονομική γνώση, απλώς δεν ήταν άπληστη και είχε την πρόνοια να πουλήσει όταν όλη η Ελλάδα αγόραζε, τον Αύγουστο του ᾽99. Τα υπόλοιπα, γραμμάτια 80.000 δρχ. το μήνα…

Το περίπτερο πήγαινε καλά και δεν αισθανόταν το χρέος να τον βαραίνει ιδιαίτερα. Από τη στιγμή μάλιστα που το εμπόρευμα που είχε ρίξει τον περασμένο χρόνο τραβιόταν, δεν είχε πρόβλημα. Παιδικά παιχνίδια κι αλογάκι με υπόκρουση «Λόουν Ρέιντζερ», ιδιαιτέρως δημοφιλή στις Φιλιππινέζες, που βγάζοντας βόλτα το σκύλο και τους βλαστούς των Νεοελλήνων τιμούσαν με μεταλλικά κατοστάρικα. Οι βλαστοί (συνήθως με ονόματα αρχαιοπρεπή και οπωσδήποτε χωρίς υποκοριστικά), φεύγοντας, «χτύπαγαν» και κάνα προϊόν παχυσαρκίας. Τζίρος να γίνεται… Μόλις έκλεισε το 600, μετάνιωσε που δεν έκλεισε το 900. Δεν επέτρεψε λεπτό στον εαυτό του να χαρεί. Μόλις το απέκτησε, άρχισε να ονειρεύεται σαν στερημένος. Είχε μπει και σε μια ψιλοπαράνοια. Νόμιζε ότι οι ιδιοκτήτες των 900 που είχε τύχει σε φανάρι τον σνομπάριζαν… Ένας περιπτεράς στο Παγκράτι, θύμα του marketing. Ήξερε απ’  έξω κι ανακατωτά όλα τα διαγράμματα ιπποδύναμης και ροπής όλων των μοτοσυκλετών στην κατηγορία του CBR και στις συζητήσεις με τους κολλητούς του υπερθεμάτιζε για την αγορά της. Του την έσπαγε μόνο ο Σούλης, ο γραφίστας, με το Ducati  που το ᾽παιζε και καλά πρίγκιπας. Εντάξει, καλό μηχανάκι, αλλά τέλος πάντων ποια αξιοπιστία;

«Πάρ’  το είδηση, ρε Σούλη, τα ευρωπαϊκά τα αγοράζεις για το μύθο τους, όχι γιατί πηγαίνουν. Λέγε τώρα ένα ευρωπαϊκό που να μην είναι γκρανκάσα». Με τον Σούλη πλακωνόντουσαν πάντα, χωρίς αρνητικά συναισθήματα βέβαια. Λογομαχούσαν περισσότερο για να τονίσουν τη σχέση με τη μηχανή τους, παρά για να καταγάγουν ρητορικές νίκες. Άλλες φορές συναντιόντουσαν στο φανάρι της Μεταμόρφωσης και τραβούσαν κατά την Πάρνηθα…

Το CBR έστριβε στα στροφιλίκια με τη σκέψη, αν και δεν τολμούσε να πάει στο όριο. Όχι γιατί φοβόταν. Απλά δεν θα άντεχε να δει το μηχανάκι έπειτα από πτώση. Κάποια φορά είχαν βάλει και το γκομενάκι του Σούλη να τους χρονομετρήσει. Η μικρή τα ᾽κανε θάλασσα και τους έβγαλε κάτι χρόνους απίθανους. Ο Σούλης την έβρισε και η μικρή αφού έβαλε τα κλάματα κατέβηκε με ωτοστόπ. Ο περιπτεράς δεν ήταν τέτοιος τύπος. Δεν μίλαγε ποτέ άσχημα σε γυναίκες. Είχε ένα γενικότερο πρόβλημα να θυμώσει. Ή μάλλον θύμωνε, αλλά όχι στο σωστό timing. Συνήθως την κατάπινε τη φάση και μετά ξέσπαγε στο άσχετο…

Η Κυριακή πρωί ήταν ημέρα συντήρησης. Σπρέι στην αλυσίδα, έλεγχος πίεσης ελαστικών και επειδή τώρα τι συντήρηση να κάνεις σε ένα καινούργιο CBR, ΠΛΥΣΙΜΟ. Αυτή η ιεροτελεστία. Είχε φτιάξει σε μηχανουργείο μέχρι ειδικά βουρτσάκια, για να αφαιρεί και το τελευταίο ίχνος λάσπης από οποιοδήποτε σημείο της μοτοσυκλέτας. Μια φορά δοκίμασε να ρυθμίσει μόνος του τις βαλβίδες, όμως πιάστηκε η ψυχή του όταν άκουσε το CBR να κάνει σαν ραπτομηχανή και περιορίστηκε πάλι στην μπουγάδα. Την παρκάριζε πάντα απέναντι από το περίπτερο αφενός για να την ελέγχει και αφετέρου για να την καμαρώνει. Φοβόταν τους πεζούς γι’  αυτό πάντα την έβαζε ανάμεσα σε κάτι ζαρντινιέρες του δήμου, ώστε οι πεζοί υποχρεωτικά να την παρακάμπτουν. Ταξίδια μεγάλα δεν έκανε. Κατά 90% πήγαινε στην Κόρινθο για καφέ κανένα απόγευμα που καθόταν στο περίπτερο η μάνα του.

Διακοσαρίζοντας, με τον άνεμο στο κράνος του, άδειαζε από σκέψεις, προσδοκίες και παράπονα. Είχε υιοθετήσει μάλιστα και αντίστοιχη φιλοσοφία: «Εγώ, φίλε, δεν πάω στην Κόρινθο. Φεύγω». Κάτι σαν την καβαφική Ιθάκη, σε μια εκδοχή ακατέργαστης λαικής αρλούμπας. Και μετά, αυτή η ηδονική εξουσία του γκαζιού πάνω στους ίππους του μοτέρ. Αυτό το αντιστάθμισμα της μίζερης ζωής με την υπόκρουση των κερμάτων στο τασάκι για τα ρέστα. Αυτή η ματαίωση της επιθυμίας για όλες τις γυναίκες που πόθησε μέσα από το άνοιγμα με τις τσίχλες και τις σοκολάτες. Είχε μια φυσική δειλία με τις γυναίκες. Κατ’  αρχάς, ποτέ δεν είχε τολμήσει να τα ρίξει σε κάποια που του άρεσε πολύ. Η απόρριψη τον μάτωνε από τότε που ήταν έφηβος πείραξε κάποια στο δρόμο και εκείνη γέλασε. Η κοπέλα που τα ᾽χε εδώ και τρία χρόνια ήταν αυτό που λέμε μαζεμένη. Υπάλληλος σε super market, με χλωμό, θλιμμένο πρόσωπο. Καμία σχέση με τα αρπακτικά θηλυκά που κυκλοφορούν.

Όταν καβάλησε το CBR, έτσι όπως είναι ψηλότερα η θέση του συνοδηγού, πήγε να φύγει πίσω στην πρώτη γκαζιά. Έκτοτε ανέβαινε μετά φόβου Θεού και με την τακτική των γυναικών της τάξης της, που δεν προσβάλλουν αυτά  που αγαπάει ο γκόμενος πριν δέσουν το γάιδαρό τους. Ήταν καλό κορίτσι και θα ήταν αφοσιωμένη στον περιπτερά και τα παιδιά του, αλλά τώρα CBR 600 αντί ενός Citroen Xsara, που το ᾽χε πάρει ο γαμπρός της και ήταν κούκλα δεν έπαιζε.

Ο περιπτεράς είχε δεθεί μαζί της. Τον είχε αφήσει να νομίζει ότι έχει αυτός τον έλεγχο, ενώ εκείνη σιγά – σιγά ύφαινε τον ιστό της. Του έλεγε ότι κάνει ωραίο έρωτα, του έκανε και κάτι ψευτοσκηνές, πώς να αφήσει ο περιπτεράς κάποια που τον ανέβαζε έτσι; Αργότερα, όταν θα παντρευόντουσαν, το CBR 600 θα γινόταν προκαταβολή για κάποιο Citroen, αλλά τότε ο περιπτεράς αυτό δεν το ήξερε.

Με τον πατέρα του ήταν σε μόνιμη σύγκρουση. Συνεχώς τον μείωνε με την κριτική του. Θυμόταν και ένα φοβερό ξύλο που είχε φάει όταν ήταν 10 χρονών και τον γλίτωσαν οι γείτονες. Ο περιπτεράς είχε προσκολληθεί στη μάνα του, που του έκανε όλα τα χατήρια και τον είχε στήριγμά της για τα γεράματα. Σαν πεθερά φυσικά δεν θα είχε καθόλου καλές σχέσεις με τη χλωμή υπάλληλο του Σκλαβενίτη. Ο περιπτεράς στο μέλλον, μην αντέχοντας να βρίσκεται στο μέσον της σύγκρουσης της γυναίκας και της μάνας του, θα ξεχαρμάνιαζε στο CBR 600, μέχρι εκείνο να το κατάπινε η φτηνή ματαιοδοξία της χλωμής υπαλλήλου. Και τότε θα αναπολούσε τη ζωή του την τωρινή, με τον Σούλη, τα στροφιλίκια της Πάρνηθας και το CBR 600 πλυμένο πάντα, λες και βγήκε από έκθεση…

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Rider, τεύχος 68, Νοέμβρης 2000.