Η επιστημονικότητα της Ομοιοπαθητικής

Μια ηλεκτρονική συζήτηση που έγινε πριν μερικά χρόνια μεταξύ του κ. Σπ. Σφενδουράκη τότε επίκουρου καθηγητή του Βιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών με τον Νίκο Τσάμη. Η συζήτηση διεξάγεται με ερωτήσεις που απαντούν οι συνομιλητές και με ερωτήσεις που θέτουν στον συνομιλητή τους. Αρχίζει τις ερωτήσεις ο κ. Σφενδουράκης.

Σφενδουράκης:
Ερώτημα 1. Πώς τεκμηριώνεται βάσει της γνωστής χημείας και φυσικής η «δυναμοποίηση» των ομοιοπαθητικών φαρμάκων;
Διευκρίνηση: εννοώ την αύξηση της βιολογικής δραστικότητας μέσω διαδοχικών αραιώσεων (που μπορεί να φθάνουν και σε μη ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις).

Τσάμης:
Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση(με βάση τη γνωστή χημεία και φυσική) της βιολογικής δραστικότητας των δυναμοποιημένων ομοιοπαθητικών διαλυμάτων στις αραιώσεις όπου η αρχική ουσία πλέον δεν είναι ανιχνεύσιμη.

Ερώτημα 1. Δεν νομίζετε ότι δεν είναι η πρώτη (αλλά ούτε και η τελευταία) φορά στην Ιστορία της Επιστήμης που βρισκόμαστε μπροστά σε φαινόμενα που αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε με βάση το ιστορικά δεδομένο σώμα γνώσεων?

Σφενδουράκης:
Η απάντησή σας με καλύπτει πλήρως ως προς το ένα σκέλος της επιχειρηματολογίας μου περί μη επιστημονικής τεκμηρίωσης των βασικών αρχών της Ομοιοπαθητικής.

Όσον αφορά το ερώτημά σας, έχω να πω τα εξής: α) για να θεωρήσουμε κάτι ως φαινόμενο προς ερμηνεία πρέπει πρώτα να τεκμηριώσουμε ότι συνιστά όντως φαινόμενο – θα επανέλθω με σχετικό ερώτημα στη συνέχεια του διαλόγου μας, και β) όταν βρισκόμαστε μπροστά σε φαινόμενα που αδυνατούμε να τα ερμηνεύσουμε με βάση το ιστορικά δεδομένο σώμα γνώσεων οφείλουμε να επιχειρήσουμε την ερμηνεία τους πριν τα εντάξουμε σε κάποιο επίσημο σύστημα εφαρμογής (π.χ. ιατρική, εκπαίδευση κλπ) – και μάλιστα, όσο πιο ξένα φαίνονται προς το δεδομένο σώμα γνώσεων τόσο πιο ισχυρές θα πρέπει να είναι και οι ενδείξεις υπέρ τους που οφείλουμε να προσκομίσουμε.

Ερώτημα 2. Ποια η επιστημονική τεκμηρίωση (πέραν των όποιων ισχυρισμών περί εμπειρικής παρατήρησης) της άλλης βασικής αρχής της ομοιοπαθητικής: το όμοιο θεραπεύει το όμοιο (similia similibus curantur);

Τσάμης:
Προσοχή όμως! Μην κάνετε το συχνότερο λογικό άλμα που κάνουν οι επικριτές της Ομοιοπαθητικής. Η μη επιστημονική τεκμηρίωση δεν συνιστά τεκμηρίωση της μη επιστημονικότητας! Το κυριότερο ζήτημα γύρω από το θέμα είναι η τεκμηρίωση του φαινομένου της ομοιοπαθητικής, εάν τελικά θεραπεύει και εάν τα δυναμοποιημένα διαλύματα συμπεριφέρονται διαφορετικά απο τον καθαρό διαλύτη μιάς και δεν υπάρχει μόριο της αρχικής ουσίας σ’αυτά. Η τεκμηρίωση του φαινομένου είναι αδιάσειστη και βεβαίως τα στοιχεία θα δοθούν όταν κάνετε την σχετική ερώτηση.

Παραπέρα, στην κλινική ιατρική πρωτίστως θέλουμε να αποδείξουμε την θεραπευτική επάρκεια ενός παράγοντα και όχι την ερμηνεία της δράσης του. Εάν υπάρχει η ερμηνεία έχει καλώς αλλά προέχει η θεραπεία. Εξ άλλου δεκάδες είναι τα φάρμακα τα οποία είναι ενταγμένα στην εκπαίδευση της κλινικής ιατρικής επειδή έχουν συγκεκριμένη δράση χωρίς να είναι γνωστή η ερμηνεία της δράσης τους αυτής. Αλίμονο εάν έπρεπε να ερμηνευθεί η δράση τους και ύστερα να τα εντάξουμε σε κάποιο επίσημο σύστημα εφαρμογής όπως λέτε εσείς. Πολλοί ασθενείς θα έχαναν την ευεργεσία της δράσης τους.

Η επιστημονική τεκμηρίωση αντίθετα με ότι υπονοεί η 2η ερώτησή σας περιλαμβάνει και την εμπειρική παρατήρηση, στο πλαίσιο της Επιστήμης θεωρουμένης ως συνομιλίας Εμπειρίας και Λόγου. Μάλιστα δε ήταν ο Εμπειρισμός του Λόκ και ιδίως του Χιούμ που έβγαλαν την επιστήμη από τη στείρα Λογοκρατία του Αριστοτελισμού που κυριαρχούσε στο Μεσαίωνα διεκδικώντας για την εμπειρία ρόλο στην επιστημονική προσπάθεια. Ακολούθησε ο Ντεκάρτ εισάγοντας την επιστημονική μέθοδο για να υπάρξει η έκρηξη των Επιστημών οι οποίες διαφοροποιήθηκαν σε εκείνες με κύριο υπόβαθρο το Λόγο και τα μαθηματικά μοντέλα (πχ Θεωρητική Φυσική) και σε εκείνες με κύριο υπόβαθρο την οργάνωση της εμπειρίας. Οι Επιστήμες Υγείας ανήκουν σ’αυτό που θα λέγαμε «καθαρόαιμες» Εμπειρικές Επιστήμες και τίποτε δεν εντάσσεται σε αυτές εάν δεν έχει εμπειρικό περιεχόμενο. Οι Επιστήμες Υγείας περιλαμβάνουν φυσικά λογικές διεργασίες και μαθηματικά (στατιστικά) μοντέλα αλλά αυτά προκειμένου να ερμηνεύσουν δεδομένα της εμπειρίας ή να διατυπώσουν υποθέσεις που θα ελεγχθούν εμπειρικά (πχ είναι το τάδε φάρμακο αποτελεσματικό στην δείνα αρρώστια;). Συνεπώς ο έλεγχος του νόμου των ομοίων σε πρώτη φάση οφείλει να ελεγχθεί εμπειρικά (κλινική έρευνα) και σε δεύτερη φάση να ελεγχθεί από επιστήμονες άλλων πεδίων (όχι από κλινικούς γιατρούς) όσον αφορά τα φυσικοχημικά φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στις υψηλές αραιώσεις (βασική έρευνα). Ήδη, η κλινική και η βασική έρευνα γύρω από την ομοιοπαθητική είναι πλούσιες. Σε κάθε περίπτωση ο οιοσδήποτε φυσικός νόμος (άρα και ο νόμος των ομοίων) είναι θεμελιωμένος εμπειρικά εφόσον «νόμος είναι διατύπωση που δηλώνει ένα σταθερό, κανονικό τρόπο συμπεριφοράς της φύσης…» (Θεοδ. Πελεγρίνη, Λεξικό της Φιλοσοφίας, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 421).

Ερώτηση 2η: Σε ποια εμπειρικά δεδομένα στηρίζετε σεις την μη ύπαρξη του νόμου των ομοίων?

Σφενδουράκης:
Πριν περάσουμε στη συζήτηση περί εμπειρικών δεδομένων, θα ήθελα να διευκρινίσουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν την επιστημονικότητα της Ομοιοπαθητικής. Η εμπειρική τεκμηρίωση (δηλαδή, η αναγνώριση κάποιου εμπειρικού φαινομένου που χρήζει ερμηνείας) μπορεί όντως να προηγηθεί της ερμηνείας, κάτι που συμβαίνει συχνά σε όλες τις επιστήμες. Όμως, τα δικά μου πρώτα ερωτήματα δεν αφορούσαν την εμπειρική τεκμηρίωση αλλά τις ίδιες τις θεωρητικές αρχές (τα εμπειρικής φύσης ερωτήματα θα ακολουθήσουν). Εν ολίγοις, είναι διαφορετικό πράγμα να παρατηρήσει κάποιος ένα φαινόμενο και να προσπαθήσει μετά να το ερμηνεύσει επιστημονικά και διαφορετικό πράγμα να ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τις θεωρητικές βασικές αρχές που διέπουν το φαινόμενο. Έτσι, το γεγονός ότι χρησιμοποιούσαμε την ασπιρίνη πριν μάθουμε πώς δουλεύει είναι επιστημολογικώς διαφορετικό από το να χρησιμοποιούμε γενικές θεωρητικές αρχές, όπως ο νόμος του ομοίου και η αρχή της δυναμοποίησης, τις οποίες εφαρμόζουμε σε όλες τις (ή έστω σε πολλές) περιπτώσεις. Η ταύτιση του μη επιστημονικώς τεκμηριωμένου με το μη επιστημονικό, κατά τη δική μου προσέγγιση, αφορά το ότι οι αρχές της Ομοιοπαθητικής, όχι μόνο δεν είναι τεκμηριωμένες, αλλά βρίσκονται σε αντίθεση με το υπάρχον επιστημονικό σώμα γνώσης. Υπό αυτή την έννοια, στο βαθμό που ισχύουν τα παραπάνω, στέκει η «μη επιστημονικότητα».

Αυτό που αντιλαμβάνομαι από τις μέχρι τώρα απαντήσεις σας είναι ότι όντως δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση των βασικών αρχών της Ομοιοπαθητικής αλλά ότι εφόσον φέρει κλινικά αποτελέσματα, θα πρέπει να υπάρχει τέτοια εξήγηση.

Ερχόμενος στο δικό σας ερώτημα, έχω να παρατηρήσω ότι αυτό δεν συνιστά επιστημονικό ερώτημα. Τα όποια εμπειρικά δεδομένα δεν μπορούν να στηρίξουν τη μη ύπαρξη (ορθότερα τη μη ισχύ) ενός νόμου, αφού αντιθέτως, στην επιστήμη οι νόμοι οφείλουν να στηρίζονται σε εμπειρικά δεδομένα. Άρα, όταν διατυπώνεται ένας νόμος, ο υποστηρικτής του οφείλει να τον τεκμηριώσει βάσει εμπειρικών δεδομένων. Αυτό που μπορεί κανείς να δείξει, πάντως, επιχειρώντας να ελέγξει ένα νόμο, είναι ότι υπάρχουν φαινόμενα που δεν συμφωνούν με αυτόν. Έτσι, για παράδειγμα, η πολλαπλώς τεκμηριωμένη και ευρύτατα διαδεδομένη δράση των αντιβιοτικών δεν συνάδει με κάποιο «νόμο των ομοίων». Το ίδιο ισχύει και για τα αντιπυρετικά και για τα αναλγητικά φάρμακα. Άρα, εφόσον υπάρχει πλήθος εμπειρικών δεδομένων που δεν συμφωνούν με τον αποκαλούμενο «νόμο των ομοίων», αυτός τουλάχιστον δεν συνιστά «νόμο». Το επόμενο ερώτημα σε έναν τέτοιο συλλογισμό είναι εάν σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιες ουσίες που προξενούν συμπτώματα μιας ασθένειας μπορούν και να τη θεραπεύσουν. Θεωρητικά, δεν υπάρχει λόγος να μη συμβαίνει κάτι τέτοιο (υπό συνθήκες, βέβαια) και, μάλιστα, υπό κάποια (πολύ χαλαρή) έννοια, αυτό το συναντάμε στα εμβόλια. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι ισχύει κάποιος τέτοιος «νόμος» που μπορεί να γενικευθεί. Επιπλέον, στην περίπτωση των εμβολίων τουλάχιστον, η βιολογική δράση του «ομοίου» είναι γνωστή και μόνο εν είδη μεταφοράς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «όμοιο» που θεραπεύει το «όμοιο» (ας αφήσουμε το ότι δεν θεραπεύουν αλλά προλαμβάνουν).

Ερώτημα 3ο: Ερχόμενοι στο εμπειρικό μέρος της κριτικής, πώς αντιμετωπίζετε τις αρκετές δημοσιευμένες εργασίες που δείχνουν ότι είτε α) τα αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής δεν διαφέρουν από εκείνα του φαινομένου placebo, είτε β) οι όποιες έρευνες δεν είναι σε θέση να δώσουν σαφή αποτελέσματα λόγω ανεπαρκούς μεθοδολογίας ή ελλιπών κλινικών δεδομένων;

(Ενδεικτική βιβλιογραφία):

1. Ernst E (2002). A systematic review of systematic reviews of homeopathy. British Journal Clinical Pharmacology 54 (6): 577–82.
2. McCarney RW, Linde K, Lasserson TJ (2004). Homeopathy for chronic asthma. Cochrane database of systematic reviews (Online), doi:10.1002/14651858.CD000353.pub2.
3. Linde K, Jonas WB, Melchart D, Willich S (2001). The methodological quality of randomized controlled trials of homeopathy, herbal medicines and acupuncture. International Journal of Epidemiology 30 (3): 526–531.
4. Altunç U, Pittler MH, Ernst E (2007). Homeopathy for childhood and adolescence ailments: systematic review of randomized clinical trials. Mayo Clin. Proc. 82 (1): 69–75.
5. Shang A, Huwiler-Müntener K, Nartey L, et al (2005). Are the clinical effects of homoeopathy placebo effects? Comparative study of placebo-controlled trials of homoeopathy and allopathy. Lancet 366 (9487): 726–732.
6. Ernst E (2005). Is homeopathy a clinically valuable approach?. Trends Pharmacol. Sci. 26 (11): 547–8.
7. Johnson T, Boon H (2007). Where does homeopathy fit in pharmacy practice?. American Journal of Pharmaceutical Education 71 (1): 7.
8. Wahlberg, A. (2007). A quackery with a difference-New medical pluralism and the problem of ‘dangerous practitioners’ in the United Kingdom. Social Science & Medicine 65 (11): 2307-2316.
9. Atwood, K.C. (2003). Neurocranial Restructuring’ and Homeopathy, Neither Complementary nor Alternative. Archives of Otolaryngology-Head and Neck Surgery 129 (12): 1356-1357:
10. Ndububa, V.I. (2007). Medical quackery in Nigeria; why the silence?. Nigerian Journal of Medicine 16 (4): 312-317.
11. Ernst E, Pittler MH (1998). Efficacy of homeopathic arnica: a systematic review of placebo-controlled clinical trials. Archives of Surgery 133 (11): 1187–1190.
12. Hektoen L (2005). Review of the current involvement of homeopathy in veterinary practice and research. Vet. Rec. 157 (8): 224–229.
13. Weissmann G (2006). Homeopathy: Holmes, Hogwarts, and the Prince of Wales. FASEB J. 20 (11): 1755–1758.
14. Kleijnen J, Knipschild P, ter Riet G (1991). Clinical trials of homoeopathy. BMJ 302 (6772): 316–323.
15. Linde K, Jonas WB, Melchart D, Willich S (2001). The methodological quality of randomized controlled trials of homeopathy, herbal medicines and acupuncture. International Journal of Epidemiology 30(3): 526–531.
16. Milazzo S, Russell N, Ernst E (2006). Efficacy of homeopathic therapy in cancer treatment. Eur. J. Cancer 42 (3): 282–289.
17. Brien S, Lewith G, Bryant T (2003). Ultramolecular homeopathy has no observable clinical effects. A randomized, double-blind, placebo-controlled proving trial of Belladonna 30C. British Journal of Clinical Pharmacology 56 (5): 562–568.
18. Long L, Ernst E (2001). Homeopathic remedies for the treatment of osteoarthritis: a systematic review. The British Homoeopathic Journal 90 (1): 37–43.
19. Whitmarsh TE, Coleston-Shields DM, Steiner TJ (1997). Double-blind randomized placebo-controlled study of homoeopathic prophylaxis of migraine. Cephalalgia: an International Journal of Headache 17 (5): 600–604.
20. Walach H, Köster H, Hennig T, Haag G (2001). The effects of homeopathic belladonna 30CH in healthy volunteers — a randomized, double-blind experiment. Journal of Psychosomatic Research 50 (3): 155–160.
21. Hirst SJ, Hayes NA, Burridge J, Pearce FL, Foreman JC (1993). Human basophil degranulation is not triggered by very dilute antiserum against human IgE. Nature 366 (6455): 525–527.
22. Ovelgönne JH, Bol AW, Hop WC, van Wijk R (1992). Mechanical agitation of very dilute antiserum against IgE has no effect on basophil staining properties. Experientia 48 (5): 504–508.
23. Witt CM, Bluth M, Hinderlich S, et al (2006). Does potentized HgCl2 (Mercurius corrosivus) affect the activity of diastase and alpha-amylase?”. Journal of Alternative and Complementary Medicine 12 (4): 359–365.
24. Guggisberg AG, Baumgartner SM, Tschopp CM, Heusser P (2005). Replication study concerning the effects of homeopathic dilutions of histamine on human basophil degranulation in vitro. Complementary Therapies in Medicine 13 (2): 91–100.
25. Delaunay P, Cua E, Lucas P, Marty P (2000). Homoeopathy may not be effective in preventing malaria. BMJ 321 (7271): 1288.

Τσάμης:
Νομίζω ότι σ’αυτό το σημείο του διαλόγου μας είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσω τι είναι και τι δεν είναι ομοιοπαθητική δεδομένου ότι υπάρχουν παρανοήσεις για τις οποίες βέβαια δεν φταίτε εσείς. Θα χρησιμοποιήσω λοιπόν ένα παράδειγμα ενός παιδιού με αμυγδαλίτιδα: Εστω λοιπόν ένα παιδάκι 5 ετών με υψηλό πυρετο, κατακόκκινα παρίσθμια, πύον στις αμυγδαλές και καλλιέργεια φαρυγγικού θετική στο στρεπτόκοκκο. Για την καθιερωμένη ιατρική χορηγείται κάποιο σκεύασμα πενικιλλίνης και το παιδί θεραπεύεται. Για την ομοιοπαθητική θεραπευτική χρειάζονται και άλλες πληροφορίες που αφορούν το σύνολο του οργανισμού του σαν βιοψυχοκοινωνικό «σύστημα» προκειμένου να αποφασισθεί τι θα πάρει το παιδί. Εστω λοιπόν ότι το συγκεκριμένο παιδί, εκτός από τα παραπάνω έχει κρύα άκρα, παραμιλάει στον ύπνο του, κάνει πυρετικούς σπασμούς, παραπονείται για πονοκέφαλο, έχει διεσταλμένες κόρες ενώ το επεισόδιο άρχισε απότομα. Σ’αυτή την περίπτωση ενδείκνυται το φάρμακο Belladonaσε υψηλή δυναμοποίηση και το παιδί θεραπεύεται. Αποκαλείται «όμοιο» επειδή αν το λάβει ένας υγιής θα αναπτύξει όμοια συμπτωματολογία. Τονίζω ότι δεν έχουν όλα τα παιδιά με αμυγδαλίτιδα την ίδια εικόνα συνεπώς δεν θα θεραπευτούν όλα με Belladona. Ανάλογα τον ιδιαίτερο τρόπο που θα επηρεάσει το σύστημά τους ο στρεπτόκκοκος θα αναπτύξουν και διαφορετική «συνολική» συμπτωματολογία που θα παραπέμπει σε διαφορετικό ομοιοπαθητικό φάρμακο. Κάθε φορά όμως που θα υπάρχει συμπτωματολογία Belladona και αυτή χορηγείται το παιδί θα θεραπεύεται. Αυτή είναι η εμπειρική θεμελίωση του Νόμου των Ομοίων ως κανονικότητας στη φύση. Κατ’ αναλογίαν και σε σύνδεση με τα προηγούμενα που έχουμε πεί, ο νόμος της βαρύτητας ήταν θεμελιωμένος εμπειρικά και πριν δεχθεί το μήλο στο κεφάλι ο Ισαάκ! Εκείνος τον διατύπωσε μαθηματικά. Δεν τον ανακάλυψε! Στο παράδειγμα του παιδιού με την αμυγδαλίτιδα που χρησιμοποίησα φαίνονται οι δύο επιστημολογικές προσεγγίσεις της θεραπείας. Στην πρώτη γίνεται «αιτιολογική» και στη δεύτερη «συστημική» προσέγγιση.

Σημειώνω ότι αυτές δεν είναι αντίπαλες αλλά συμπληρωματικές ή αν θέλετε ασύμμετρες στον τρόπο που θεωρούν τον άνθρωπο και το φαινόμενο της αρρώστιας. Οσο για τους εμβολιασμούς δεν έχουν καμμία σχέση με τον νόμο των ομοίων. Στους εμβολιασμούς εκείνο που γίνεται είναι η εισαγωγή εξασθενημένων(συνήθως) ιών στον οργανισμό προκειμένου να διεγερθεί το ανοσοποιητικό σύστημα να παράγει αντισώματα ώστε ενδεχόμενη μελλοντική λοίμωξη να βρεί τον οργανισμό προετοιμασμένο. Εξ ορισμού λοιπόν δεν εφαρμόζεται κανένας νόμος των ομοίων. Οπως εξ άλλου δεν υπάρχει θεραπεία της γρίππης εάν βάλουμε έναν νοσούντα να…βήχει στο πρόσωπο ενός άλλου νοσούντα. Πρόκειται για παρανοήσεις και τίποτε άλλο. Θάθελα να μείνω μόνο στις διευκρινήσεις και όχι να μπώ στα ζητήματα που θίγετε γιατί ύστερα από αυτές ίσως να θελήσετε να διατυπώσετε διαφορετικά τις θέσεις σας. Οσο για το ερώτημά μου παραμένει το ίδιο.

Σφενδουράκης:
Καταρχάς να διευκρινίσω ότι το παράδειγμα με τα εμβόλια το χρησιμοποίησα μόνο κατ’ αναλογία με την Ομοιοπαθητική (και επειδή το έχουν χρησιμοποιήσει σε άλλες συζητήσεις υποστηρικτές της) και συμφωνώ ότι δεν έχει σχέση με αυτήν. Το παράδειγμα που φέρατε με την αμυγδαλίτιδα είναι όντως διαφωτιστικό αλλά και για τη δική μου θέση. Παρεμπιπτόντως, θα σας πω ότι τις πληροφορίες μου για το τι είναι και τι δεν είναι η Ομοιοπαθητική τις έχω πάρει, μεταξύ άλλων, και από τις επίσημες ιστοσελίδες διεθνών και εθνικών εταιρειών Ομοιοπαθητικής και από βιβλία του κ. Βυθούλκα. Επανερχόμενος στο παράδειγμα, υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα στο εξής σημείο, το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι και καθοριστικό: σύμφωνα με τα συνολικά συμπτώματα του ασθενούς συμπεραίνετε ότι ενδείκνυται Belladonaσε υψηλή δυναμοποίηση. Το συμπέρασμα αυτό θα έπρεπε να προέρχεται είτε από εμπειρικές παρατηρήσεις έπειτα από δοκιμές με πλήθος άλλων ουσιών είτε, στην καλύτερη περίπτωση, από εργαστηριακά πειράματα και γνώση των μηχανισμών λειτουργίας του στρεπτόκοκκου (π.χ., σε ποιες ουσίες είναι ευαίσθητος κλπ). Στην περίπτωση της Ομοιοπαθητικής, όμως, η χρήση της Belladonaβασίζεται σε συγκεκριμένες αυθαίρετες αρχές, για τις οποίες ήδη είπαμε ότι δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση, και επιπλέον, η υψηλή δυναμοποίηση είναι και πάλι χωρίς τεκμηρίωση. Θα μπορούσα να δεχθώ, εφόσον τα κλινικά αποτελέσματα ήταν αδιαμφισβήτητα, ότι παρότι δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση των αρχών που οδηγούν στη συγκεκριμένη επιλογή, κάτι όντως συμβαίνει που χρήζει ερμηνείας. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι επανειλημμένοι έλεγχοι της αποτελεσματικότητας της Ομοιοπαθητικής, όπως είπα στο προηγούμενο ερώτημά μου, δεν έχουν δώσει θετικά συμπεράσματα. Άρα, έχουμε μια θεραπευτική προσέγγιση η οποία ούτε έχει σαφώς τεκμηριωμένα αποτελέσματα ούτε βασίζεται σε επιστημονικώς τεκμηριωμένες αρχές. Το παράδειγμα με τη βαρύτητα είναι ατυχές, καθώς αυτό που γνωρίζαμε πριν από το Νεύτωνα ήταν το φαινόμενο της βαρύτητας και όχι ο νόμος που τη διέπει. Έτσι, μένει στην Ομοιοπαθητική να δείξει τουλάχιστον το φαινόμενο, δηλαδή την κλινική της αποτελεσματικότητα. Αυτό μας επαναφέρει στο τελευταίο ερώτημά μου. Όσον αφορά το δικό σας ερώτημα, έχω ήδη απαντήσει.

Τσάμης:
Δεν ξέρω από ποιους υποστηρικτές της διαμορφώσατε άποψη για την Ομοιοπαθητική, μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι το γεγονός της απουσίας της Πολιτείας στο κανονιστικό πλαίσιο που ασκείται αυτή έχει συμβάλλει στην απίστευτη σύγχυση γύρω από το θέμα. Επί της ουσίας τώρα στα θέματα που θίγετε: Η ομοιοπαθητική είναι σε αντίθεση με το υπάρχον επιστημονικό σώμα γνώσης. Έχω τη γνώμη ότι αυτό δεν έπρεπε να διατυπωθεί καν σαν επιχείρημα. Πιστεύω(και δεν είμαι μόνος σ’ αυτό) ότι η επιστήμη δεν είναι ένα κλειστό σύστημα ιδεών, ένα δόγμα προς υπεράσπιση (Κάποιος παλαιός επικριτής της ομοιοπαθητικής, που έχει πάψει να είναι στο προσκήνιο, τη χαρακτήριζε «ανορθόδοξη»). Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη παράδοξα και ανατροπές. Θυμίζω την ανατροπή του γεωκεντρικού συστήματος του Πτολεμαίου από το ηλιοκεντρικό του Κοπέρνικου τον 17ο αιώνα ή την παραδοξολογία του φωτός που συμπεριφέρεται άλλοτε σαν σωματίδιο και άλλοτε σαν κύμα, το διωγμό του Σεμελβάις επειδή υποστήριζε την ύπαρξη των μικροβίων κλπ. Σχετικά με την απάντησή σας στο ερώτημά μου έχω να παρατηρήσω τα εξής: Όσο είναι υποχρεωμένοι οι υπερασπιστές της ομοιοπαθητικής να την τεκμηριώσουν εμπειρικά και θεωρητικά άλλο τόσο πρέπει και οι επικριτές της να αποδείξουν ότι αυτή δεν ισχύει. Είναι και οι δύο αυτοί τρόποι θεμιτοί για την προσέγγιση της αλήθειας. Η πρώτη οδός που αποκαλείται «αρχή της επαληθευσιμότητας» διατυπώθηκε από τον λεγόμενο κύκλο της Βιέννης, τους Λογικούς Θετικιστές Κάρναπ, Σλικ κ.α. στη Βιέννη του μεσοπολέμου. Η δεύτερη που ονομάζεται «αρχή της διαψευσιμότητας» διατυπώθηκε από τον Κάρλ Πόππερ στο Λονδίνο λίγο μετά τον πόλεμο. Έτσι, ενώ καταβάλλεται σημαντική προσπάθεια να επαληθευθεί ο νόμος των ομοίων δεν καταβάλλεται καμία προσπάθεια από τους επικριτές της προκειμένου να διαψευσθεί. Ας πούμε, θα μπορούσε να οργανωθεί ένα κλινικό πείραμα να δοθεί σε παιδιά με αμυγδαλίτιδα, που όμως παρουσιάζουν εικόνα του τύπου της Belladona, το συγκεκριμένο ομοιοπαθητικό φάρμακο προκειμένου να διαψευσθεί κλινικά ο νόμος των Ομοίων. Προσοχή όμως! Όχι σε παιδιά με αμυγδαλίτιδα γενικά, δεδομένου ότι υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία «συστημικής» απόκρισης των οργανισμών στο στρεπτόκοκκο με αποτέλεσμα διαφορετικές εικόνες συμπτωμάτων που παραπέμπουν σε διαφορετικά ομοιοπαθητικά φάρμακα ένα εκ των οποίων είναι η Belladona. Ετσι λοιπόν θα μπορούσε να διαψευσθεί κλινικά ο νόμος των ομοίων. Αντίστοιχα, θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι τα ομοιοπαθητικά διαλύματα έχουν φυσικοχημικές ιδιότητες σκέτου διαλύτη. Όμως τα μέχρι τώρα δεδομένα, σε επίπεδο κλινικής αλλά και βασικής έρευνας συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης κλινικής δράσης για τα ομοιοπαθητικά διαλύματα αλλά και υπέρ της συμπεριφοράς των ομοιοπαθητικών διαλυμάτων διαφορετικά από τον σκέτο διαλύτη. Θα είχε ενδιαφέρον για τον διάλογό μας να αναφερθείτε συγκεκριμένα σε ποιους ελέγχους αποτελεσματικότητας της ομοιοπαθητικής προκύπτουν μη θετικά συμπεράσματα και πόσο αδιαμφισβήτητο είναι το συμπέρασμα αυτό.

Η αναφορά σας ότι η ένδειξη της Belladona θα έπρεπε να έχει προκύψει ύστερα από κλινικές δοκιμές διαφόρων φαρμάκων παραπέμπει στον τρόπο που η επίσημη ιατρική προσπαθεί να θεμελιώσει εμπειρικά τις ενδείξεις θεραπείας. Με άλλα λόγια επιδιώκει την διατύπωση «πιθανολογικών» νόμων του τύπου: Η θεραπεία της αμυγδαλίτιδας κατά α% θεραπεύεται με πενικιλλίνη. Το άλφα ποικίλλει ανάλογα την ανθεκτικότητα του στρεπτόκοκκου στην πενικιλλίνη, την κατάσταση του ανοσοποιητικού του ασθενή κλπ. Αντίθετα στην περίπτωση της Belladona έχουμε έναν «ντετερμινιστικό» νόμο του τύπου: Κάθε φορά που σε αμυγδαλίτιδα έχουμε την εικόνα της Belladona και τη χορηγήσουμε ο ασθενής θεραπεύεται. Άρα, δεν χρειάζεται να δοκιμάσουμε καμμία ουσία για τη θεραπεία της αμυγδαλίτιδας! Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να δούμε σε ποια εικόνα ομοιοπαθητικού φαρμάκου μοιάζει η εικόνα του συνόλου των συμπτωμάτων του ασθενή μας, να το χορηγήσουμε και ο ασθενής θα θεραπευτεί. Αυτό δε είναι φυσικός νόμος όπως είναι και το ότι πέφτουν τα μήλα (συγνώμη που επιμένω).

Όσο για το αν η δράση της Ομοιοπαθητικής οφείλεται στο φαινόμενο placebo έχω να παρατηρήσω τα εξής: A) Δεν νοείται φαινόμενο placebo σε βρέφη και ζώα. Η Ελληνική Εταιρεία Ομοιοπαθητικής Ιατρικής έχει πολλούς παιδιάτρους καθώς επίσης μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο ιστοσελίδες επαγγελματικών ενώσεων ομοιοπαθητικών κτηνιάτρων. Β)Συχνά στην αρχή της ομοιοπαθητικής θεραπείας παρατηρείται χαρακτηριστική επιδείνωση σε κάποια μη επικίνδυνα συμπτώματα αντίδραση που δεν είναι συμβατή με το φαινόμενο αυτό. Γ) Υπάρχουν μετα-αναλύσεις που τεκμηριώνουν ότι η δράση της δεν οφείλεται στο εν λόγω φαινόμενο. Σας παραπέμπω στην ιστοσελίδα της European Committee of Homeopathy όπου υπάρχουν όλα τα δεδομένα που στηρίζουν όσα ισχυρίστηκα προηγουμένως. Μάλλον όμως εσείς θα πρέπει να γίνετε πιο συγκεκριμένος στην κριτική σας ώστε να μπορέσω και γω να είμαι συγκεκριμένος στην απάντησή μου.

Ερώτημα 3ο: Πώς ερμηνεύετε εσείς την ανθεκτικότητα και την εξάπλωση της ομοιοπαθητικής παρά τις επικρίσεις που δέχεται?

Σφενδουράκης:
Θα ξεκινήσω απαντώντας στο τελευταίο ερώτημά σας και κατόπιν θα αναφερθώ στους παραπάνω προβληματισμούς. Η ανθεκτικότητα και η εξάπλωση της Ομοιοπαθητικής ερμηνεύεται από την ανάγκη πολλών ανθρώπων να βρουν θεραπευτικές λύσεις στη διάρκεια της ζωής τους που να είναι απαλλαγμένες από τα προβλήματα που εμφανίζει η επιστημονική ιατρική (γνωστές παρενέργειες φαρμάκων, πραγματικές ή υποτιθέμενες αρνητικές δράσεις των φαρμάκων, συμφέροντα ιατρικών και φαρμακευτικών κύκλων κλπ). Αντίστοιχα φαινόμενα έχουμε και με τη διατροφή. Αυτό, φυσικά, δεν συνιστά επιχείρημα υπέρ της επιστημονικότητας ή της ισχύος της Ομοιοπαθητικής, αφού την ίδια ανθεκτικότητα και εξάπλωση έχουν και η αστρολογία, οι θρησκείες, οι ποικίλες «εναλλακτικές» θεωρίες (π.χ., βιοενέργεια) και θεραπείες (π.χ. ρεφλεξολογία κλπ). Επιπλέον, ο άνθρωπος είναι ένα ον που έχει την τάση να πιστεύει ούτως ή άλλως (αυτό έχει να κάνει με την εξελικτική του ιστορία) και, μάλιστα, να πιστεύει σε πράγματα που εμφανίζονται ως εναλλακτικά των κατεστημένων θεσμών. Το βιβλίο του MichaelShermerΓιατί οι άνθρωποι πιστεύουν σε παράξενα πράγματα (κυκλοφορεί σε ελληνική μετάφραση) είναι κατατοπιστικό για αυτήν την τάση.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα ερωτήματα, έχω να πω τα εξής: Α) Νομίζω ότι η ενδεικτική βιβλιογραφία που σας έστειλα είναι αρκετά συγκεκριμένη και δείχνει ότι έχουν υπάρξει αρκετές προσπάθειες ελέγχου της. Β) Τα περί επιστημολογίας που αναφέρετε δεν είναι υποστηρικτικά της Ομοιοπαθητικής, αφού η έννοια της διαψευσιμότητας αφορά τη δυνατότητα να διαψευστεί μια επιστημονική θεωρία και όχι τη συμβατότητά της με τα ευρέως αποδεκτά επιστημονικά δεδομένα. Δηλαδή, αφορά το ζήτημα της εμπειρικής τεκμηρίωσής της, η οποία, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα έρευνες (βλ. βιβλιογραφία) δεν έχει επιτευχθεί. Γ) Η προσπάθεια διάψευσης μιας θεωρίας αφορά τους ίδιους τους υποστηρικτές της (και κατά Πόππερ). Για παράδειγμα, κάθε φορά που κάποιοι υποστηρίζουν ότι διαθέτουν υπερφυσικές ικανότητες (π.χ. εξωαισθητηριακή αντίληψη, τηλεπάθεια) δεν είναι υποχρεωμένοι οι υπόλοιποι επιστήμονες να δημοσιεύουν πειράματα που τους διαψεύδουν, αλλά αυτοί οι ίδιοι οφείλουν να αποδείξουν την ισχύ των ισχυρισμών τους. Δ) Γνωρίζω αρκετά καλά την ιστορία των επιστημονικών και των επιστημολογικών θεωριών ώστε να θεωρώ και πάλι ότι η Ομοιοπαθητική δεν έχει θέση στη σύγχρονη επιστήμη. Όλες οι ανατροπές που αναφέρατε αφορούσαν εμπειρικά δεδομένα που επαναλήφθηκαν ευρέως από την επιστημονική κοινότητα ακριβώς επειδή η επιστήμη δεν είναι κλειστό σύστημα ιδεών ή δόγμα. Αντιθέτως, οι εμπειρικές επαληθεύσεις που αναφέρετε προέρχονται από ένα «κλειστό κλαμπ» υποστηρικτών της Ομοιοπαθητικής ενώ η επιστήμη δεν μπορεί λειτουργεί με τέτοιους όρους. Η εμπειρική τεκμηρίωση οφείλει να γίνεται βάσει των μεθόδων και των αρχών (εννοώ όσον αφορά τον πειραματικό σχεδιασμό) που ισχύουν για όλη την επιστημονική κοινότητα και να δημοσιεύεται στα αντίστοιχα επιστημονικά περιοδικά. Πώς θα αντιμετωπίζατε την υποτιθέμενη εμπειρική τεκμηρίωση των κρυπτοζωολογικών ή άλλων παραφυσικών ευρημάτων που οι ίδιοι οι υποστηρικτές της εκάστοτε θεωρίας παρουσιάζουν μεταξύ τους; Μην ξεχνάτε ότι και οι αστρολόγοι χρησιμοποιούν ανάλογα επιχειρήματα. Ε) Το πρόβλημα που έθεσα σχετικά με την Belladona είναι στην ουσία: βάσει ποιας έρευνας βρέθηκε αρχικά ότι η Belladonaπρέπει να χρησιμοποιηθεί για την αμυγδαλίτιδα; Το ίδιο ισχύει και για όλα τα άλλα ομοιοπαθητικά φάρμακα. Η ανάγνωση των εγχειριδίων «ψυχοπαθολογίας» (κατά Βυθούλκα) δείχνει ότι η επιλογή κάθε ουσίας είναι αυθαίρετη ή βασίζεται σε ένα αυθαίρετο σύστημα κατάταξης «ψυχολογικών τύπων» και αντίστοιχων κατάλληλων ουσιών. Η φράση σας, εξάλλου, «να δούμε σε ποια εικόνα ομοιοπαθητικού φαρμάκου μοιάζει η εικόνα του συνόλου των συμπτωμάτων του ασθενή μας» υποδηλώνει ότι έχετε ήδη μια κατάταξη των «εικόνων» των ομοιοπαθητικών φαρμάκων. Ζ) Επαναλαμβάνω ότι η πτώση του μήλου δεν συνιστά νόμο αλλά εμπειρική παρατήρηση. Νόμος είναι η περιγραφή της πτώσης βάσει μαθηματικής εξίσωσης. Η) Υπενθυμίζω ότι η δική μου κριτική στην Ομοιοπαθητική αφορά τα εξής σημεία: επιστημονική βάση των αρχών της, τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητάς της, ένταξή της στο επίσημο πλαίσιο της Πολιτείας (ιατρικο-φαρμακευτικό και εκπαιδευτικό). Έτσι, το νέο ερώτημά μου είναι το εξής:

Ερώτημα 4ο: Θεωρείτε ότι θα πρέπει να ενταχθούν στους επίσημους θεσμούς της Πολιτείας και όλες οι άλλες «εναλλακτικές» θεραπευτικές μέθοδοι (π.χ. «ανατολική» ιατρική, ρεφλεξολογία κλπ.) οι υποστηρικτές των οποίων επίσης ισχυρίζονται ότι έχουν πραγματικό αποτέλεσμα;

Τσάμης:
Ήλπιζα ότι θα βρίσκατε στο γεγονός της ανθεκτικότητας της Ομοιοπαθητικής στο χρόνο μια ένδειξη για την αλήθεια της δεδομένου ότι αυτή επικαλείται θεραπεία και συνεπώς κρίνεται βάσει του αποτελέσματος. Μ’ άλλα λόγια δεν είναι λογικό μια θεραπευτική εφαρμογή που δεν θεραπεύει να επιζεί για τόσο πολύ. Σε ποια φήμη βασίζονται οι νέοι ασθενείς της? Οσο για το μεταφυσικό-ανορθολογικό στοιχείο είναι σίγουρο ότι είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και συνδέεται με την ανακούφιση του υπαρξιακού άγχους. Θα συμφωνήσετε όμως μαζί μου ότι και οι επιστήμονες δεν είναι κεκαθαρμένοι από τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά των άλλων ανθρώπων της ίδιας ιστορικής στιγμής. Συνακόλουθα και η ίδια η επιστήμη είναι «μολυσμένη» από το μεταφυσικό στοιχείο κυρίως με την μορφή της περιχαράκωσης των επιστημονικών κοινοτήτων μέσα σε ένα «χάρτη του κόσμου» ο οποίος περιλαμβάνει το σύνολο των θεωρητικών παραδοχών, των μεθοδολογικών εργαλείων αλλά κυρίως του τι είναι επιστημονικό και τι δεν είναι! Ο φιλόσοφος της Επιστήμης T.S.Kuhn του οποίου το έργο υπήρξε σταθμός τη δεκαετία του ’60 αναφέρει στο βιβλίο του «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων» ότι το υψηλότερο κριτήριο επιστημονικότητας είναι ή συμφωνία γι’ αυτό της ίδιας της επιστημονικής κοινότητας. Ο Kuhn ήταν ειδικευμένος στην Ιστορία της Επιστήμης του 17ου αιώνα και είχε συγκλονιστεί από το γεγονός της Επανάστασης του Κοπέρνικου. Το πως δηλαδή κάποιος εντάσσει το ίδιο πλέγμα παρατηρήσεων σε άλλο ερμηνευτικό πλαίσιο ανατρέποντας το γεωκεντρικό σύστημα του Πτολεμαίου σε ηλιοκεντρικό. Ο Kuhnμάλιστα πηγαίνει παρακάτω ισχυριζόμενος ότι η Ιστορία της Επιστήμης δεν είναι μια γραμμική-σωρευτική αδιατάρακτη διαδικασία αλλά μια ασυνεχής-επαναστατική πορεία ανατροπών των κατεστημένων κοσμοειδώλων. Στη φάση της αντιπαράθεσης των δύο κοσμοειδώλων (των «Παραδειγμάτων» όπως τα αποκαλεί) οι επιστήμονες διεξάγουν ένα διάλογο κωφών ακριβώς λόγω της ασυμμετρίας των κριτηρίων τους. Έτσι λοιπόν και οι επιστήμονες πιστεύουν σε παράξενα πράγματα. Στον δικτυακό τόπο http://amasci.com/weird/wclose.html μπορείτε να βρείτε έναν μεγάλο αριθμό από επιστημονικές αλήθειες οι οποίες κυνηγήθηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν αντίθετες με το κυρίαρχο Παράδειγμα και αυτό παρά τα εμπειρικά δεδομένα που κραύγαζαν ότι πρέπει να τύχουν προσοχής! Έτσι λοιπόν επιτέλους ας δούμε τα εμπειρικά δεδομένα! Θα περιοριστώ σε μείζονος εγκυρότητας τέτοια. Σε ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας που παραγγέλθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ανεξάρτητους επιστήμονες μελετήθηκαν 118 τυχαιοποιημένες κλινικές έρευνες προκειμένου να εκτιμηθεί συνολικά η αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής. Σημειώνω ότι η διαδικασία της τυχαιοποίησης των ασθενών σε δύο ομάδες αυτών που παίρνουν το φάρμακο και των άλλων που παίρνουν το εικονικό θεωρείται η εγκυρότερη μεθοδολογικά. Η ομάδα βάσισε τα συμπεράσματά της μόνο σε 16 εξ αυτών (με τον καλύτερο σχεδιασμό) προκειμένου να διασφαλίσει ακόμη περισσότερο τα συμπεράσματά της και κατέληξε ότι η Ομοιοπαθητική είναι πιο δραστική από το εικονικό φάρμακο σε στατιστικά σημαντικό βαθμό! Οι σχετικές αναφορές είναι οι ακόλουθες:

-Boissel JP, Cucherat M, Haugh M, Gauthier E (1996) Critical literature review on the effectiveness of homeopathy: overview of data from homeopathic medicine trials. In Homeopathic Medicine Research Group, Report of the Commission of the European Communities, Directorate-General XII-Science, Research and Development, Directorate E-RTD Actions: Life Sciences and Technologies-Medical Research, Brussels Belgium.

-Cucherat M, Haugh MC, Gooch M, Boissel JP (2000) Evidence of clinical efficacy of homeopathy. A meta-analysis of clinical trials. European Journal of Clinical Pharmacology, 56: 27-33.

Στο έτερο επίμαχο θέμα του κατά πόσον υπάρχει βιολογική δράση των ομοιοπαθητικών διαλυμάτων θα περιοριστώ και πάλι σε μία ανασκόπηση που προέρχεται από το Πανεπιστήμιο Chariteτου Βερολίνου και το οικείο Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιατρικής, Επιδημιολογίας και Οικονομικών της Υγείας η οποία μελέτησε 67 δημοσιευμένα πειράματα επίδρασης των ομοιοπαθητικών διαλυμάτων σε κύτταρα ανθρώπων ή ζώων και κατέληξε ότι «…ακόμη και πειράματα υψηλών μεθοδολογικών προδιαγραφών μπορούσαν να επιδείξουν επίδραση των υψηλών δυναμοποιήσεων..»

Η σχετική αναφορά είναι η ακόλουθη: Claudia Witt, Michael Bluth, Hennig Albrecht et al “The in vitro evidence for an effect of high homeopathic potencies-A systematic review of the literature.” Complementarytherapiesinmedicine. 2007, 15: 128-138. Η παρουσίαση εκ μέρους σας ενός πολύ μικρού τμήματος σχετικής βιβλιογραφίας χωρίς να το σχολιάσετε (υπο την έννοια της διατύπωσης επιχειρημάτων βασιζόμενος σε εμπειρικά δεδομένα των εργασιών αυτών) δεν προσθέτει στο διάλογο με την έννοια ότι παρουσιάζετε ένα συμπέρασμα χωρίς προκείμενες προτάσεις.

Όσο για τα περί κλειστού κλαμπ υποστηρικτών της Ομοιοπαθητικής δεν νομίζω αυτοί να φωλιάζουν στα δεκάδες εργαστήρια των ευρωπαϊκών ΑΕΙ που πραγματοποίησαν όλες αυτές τις έρευνες. Υπερβολές δεν νομίζετε? Όσο για το ερώτημά σας σχετικά με το ποια ήταν η αρχική έρευνα ένδειξης της Belladonaστην αμυγδαλίτιδα απαντώ ότι δικαιώνετε απόλυτα τον Kuhn. Η προσέγγιση «νόσος –φάρμακο» ανήκει στο «αιτιολογικό» Παράδειγμα της Ιατρικής όπου η προσπάθεια έγκειται στο να δούμε ποιο φάρμακο θεραπεύει ποια αρρώστια και δεν ισχύει στην περίπτωση του «συστημικού» Παραδείγματος. Όπως ανέφερα σε προηγούμενο σημείο του διαλόγου μας η προσπάθεια είναι να ταιριάξουμε την συνολική εικόνα των συμπτωμάτων του ασθενή (σε σωματικό, ψυχικό και διανοητικό επίπεδο) με μια όμοια εικόνα ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Συνεπώς η έρευνα που έχει προηγηθεί είναι ή έρευνα που αφορά τις συμπτωματολογίες των φαρμάκων. Όσο για την πτώση των μήλων νομίζω ότι το εξαντλήσαμε. Για σας είναι φαινόμενο, εμπειρική παρατήρηση για μένα φυσικός νόμος που δηλώνει έναν «σταθερό, κανονικό τρόπο συμπεριφοράς της φύσης».

Στο ερώτημά σας τώρα νομίζω ότι η Ομοιοπαθητική θα πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται σαν «παράξενο πράγμα». Βλέπετε, ο υγειονομικός θεσμός με το μεγαλύτερο κύρος στον πλανήτη, η Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2003, υιοθέτησε ψήφισμα στο οποίο καλεί τις κυβερνήσεις να ενσωματώσουν τις λεγόμενες Εναλλακτικές-Συμπληρωματικές Ιατρικές (κατ’ ουσίαν την Ομοιοπαθητική και το βελονισμό) στα συστήματα Υγείας των χωρών τους. Θεωρώ λοιπόν ότι το ημέτερο Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας πρέπει να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες του, να αφήσει την τακτική της στρουθοκαμήλου και να πάρει θέση μπροστά στην πραγματικότητα των εναλλακτικών θεραπειών. Θα μπορούσε σε συνεργασία με τις επαγγελματικές ενώσεις των εναλλακτικών γιατρών να συστήσει ομάδες εργασίας προκειμένου να τεκμηριώσει την θεραπευτική επάρκεια, να διενεργήσει μελέτες κόστους-αποτελεσματικότητας, να εκτιμήσει τη ζήτηση από τους ασθενείς και όλα τα άλλα συναφή θέματα και στο τέλος να προτείνει πολιτικές στο Υπουργείο Υγείας.

Ερώτημα 4ο: Με ποιους τρόπους νομίζετε εσείς ότι εμπλέκεται το λεγόμενο ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα στις πολιτικές υγείας και ειδικότερα στη διαμάχη γύρω από την Ομοιοπαθητική?

Σφενδουράκης:
Ξεκινώ από το ερώτημά σας. Παρότι δεν γνωρίζω συγκεκριμένα στοιχεία, δεν έχω ιδιαίτερες αναστολές να δεχθώ ότι στην περίπτωση που το «ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα», όπως το αποκαλείτε, ένοιωθε απειλή από κάποια νέα μορφή θεραπείας, θα προσπαθούσε να την αντιμετωπίσει με διάφορους τρόπους. Ταυτοχρόνως, όμως, εάν έβλεπε ότι υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να το εκμεταλλευθεί επικερδώς, όπως για παράδειγμα μέσα από την επέκταση σε μια νέα «βιομηχανία» παροχής υπηρεσιών και σκευασμάτων, θα έσπευδε να το κάνει, συμπληρωματικά ίσως με τα υπόλοιπα της «κλασικής» ιατρικής (εξάλλου, αυτό δεν υποστηρίζετε κι εσείς;) Εντούτοις, η δική μου επιχειρηματολογία δεν βασίζεται στην πολιτική γύρω από την ιατρική ή την επιστήμη, γενικότερα, αλλά στην επιστημονική βάση των όποιων επιχειρημάτων. Έτσι, είτε θα πρέπει να θεωρήσει κανείς ότι όλες οι επιστημονικές δημοσιεύσεις είναι κατευθυνόμενες από διάφορα «κέντρα» είτε να προσπαθήσει να εξετάσει κριτικά τα ίδιες τις επιστημονικές ενδείξεις. Για τον ίδιο λόγο δεν σχολιάζω τα περί Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Προφανώς και συμφωνώ ότι θα πρέπει να γίνει ενδελεχής και σοβαρή μελέτη τόσο της Ομοιοπαθητικής όσο και άλλων εναλλακτικών θεραπειών ώστε να τεκμηριωθεί με αδιαμφισβήτητο τρόπο η αποτελεσματικότητα ή η αναποτελεσματικότητά τους. Εννοείται, πάντως, ότι αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από την επίσημη ένταξή τους στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο, η οποία θα πρέπει να γίνει μόνον στην περίπτωση που καταδειχθεί η αποτελεσματικότητά τους. Σχετικά με το «κλειστό κλαμπ», η διατύπωση αυτή αναφέρεται στα χωριστά, ιδιαίτερα «επιστημονικά» περιοδικά των υποστηρικτών κάθε «σχολής». Όπως γνωρίζετε, οι επιστήμονες κανονικά δημοσιεύουν σε περιοδικά που δεν ανήκουν σε «σχολές» αλλά σε αναγνωρισμένα περιοδικά που στέλνουν τις εργασίες σε ανώνυμους κριτές από την ευρεία επιστημονική κοινότητα.

Ένα μικρό σχόλιο περί Belladona και πάλι: λέτε ότι η έρευνα που έχει προηγηθεί αφορά τη συμπτωματολογία των φαρμάκων…Μα αυτό ακριβώς ρώτησα κι εγώ. Πότε έγινε τέτοια έρευνα και πόσα «φάρμακα» ελέγχθηκαν (και με ποιο κριτήριο επιλέχθηκε κάθε ουσία μεταξύ των δεκάδων χιλιάδων που θα μπορούσε κανείς να εξετάσει);

Έρχομαι στα περί «αλλαγής Παραδείγματος» κατά Kuhn. Η αλλαγή Παραδείγματος αφορά περιπτώσεις ΑΛΛΑΓΗΣ Παραδείγματος, δηλαδή σταδιακής ή απότομης αποδοχής του νέου Παραδείγματος από την ευρεία επιστημονική κοινότητα. Δεν αφορά τη μακρόχρονη παράλληλη πορεία «εναλλακτικών», εκτός του κυρίαρχου Παραδείγματος, απόψεων. Επίσης, εάν θεωρήσουμε ότι η Ομοιοπαθητική εντάσσεται σε ένα νέο Παράδειγμα που βρίσκεται υπό εκκόλαψη, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι αυτό δεν αφορά μόνο την ιατρική και τη φαρμακολογία αλλά και τη χημεία, τη φυσική και τη βιολογία. Δεν νομίζετε ότι πρόκειται για κάπως υπέρμετρη φιλοδοξία;

Προφανώς και οι επιστήμονες μπορεί κατά καιρούς να κάνουν λάθος ως προς την εκτίμηση καινοτόμων θεωριών. Η ουσία είναι, όμως, ότι η επιστημονική κοινότητα ως σύνολο και σε βάθος χρόνου, ιδίως στη σημερινή εποχή με τη μαζικότητα και την ποικιλομορφία που έχει αποκτήσει η επιστημονική προσπάθεια, είναι σε θέση να αναγνωρίζει τα προβλήματα και να εντοπίζει το ουσιαστικά νέο. Η Ομοιοπαθητική, όντας ήδη περίπου 200 ετών, δεν συνιστά νέα πρόκληση για τον επιστημονικό κόσμο. Στο χρονικό διάστημα αυτό, οι σχετικές επιστήμες έχουν περάσει από αρκετές «αλλαγές Παραδείγματος», με εξαιρετικές επιτυχίες σε όλα τα πεδία, χωρίς να έχει παρουσιασθεί κάποιος λόγος για να ενταχθούν τα περί «ομοίων» ή τα περί «δυναμοποίησης» και «μνήμης του νερού» σε κάποια από αυτά, για να μην αναφερθώ στα περί «ζωτικής δύναμης» κατά Βυθούλκα, τα οποία δεν γνωρίζω εάν συμμερίζεστε. Δεν σας προβληματίζει αυτό;

Τελειώνω με τα περί ενδείξεων. Το δεύτερο δημοσίευμα που αναφέρετε, αυτό των Cucherat etal. (2000), το οποίο και συνιστά δημοσίευση των αποτελεσμάτων του πρώτου σε επιστημονικό περιοδικό, καταλήγει στο ότι υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις θετικής επίδρασης στις 17 καλύτερες έρευνες, αλλά ότι το αποτέλεσμα αυτό αποκτά οριακή σημαντικότητα όταν οι έρευνες ενταχθούν στην ανάλυση με σειρά ποιότητας. Επίσης, καταλήγει στο ότι η εν λόγω μετα-ανάλυση δεν μπορεί να δώσει ασφαλείς απαντήσεις. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα 25 δημοσιεύματα που σας παρέθεσα (όχι και τόσο λίγα όσο λέτε), όλα καταλήγουν στο ότι τα αποτελέσματα της Ομοιοπαθητικής είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενα και στις περισσότερες περιπτώσεις μη διακριτά από το φαινόμενο placebo, είναι φανερό ότι δεν έχουμε προς το παρόν, τουλάχιστον, λόγο να την θεωρήσουμε ως σοβαρή εναλλακτική της ισχύουσας ιατρικής πρακτικής. Δεν νομίζω ότι ζητάτε να παραθέσω τα αναλυτικά δεδομένα καθεμιάς από τις δημοσιεύσεις αυτές (οι οποίες είναι μέρος, μόνο, ενός μεγαλύτερου καταλόγου) σε αυτή μας την αλληλογραφία! Η σύνοψη των συμπερασμάτων τους είναι αυτή που σας ανέφερα. Εάν κάποιος επιθυμεί να τις συμβουλευτεί, ευχαρίστως να βοηθήσω στην πρόσβαση σε αυτές μέσω ηλεκτρονικών βιβλιοθηκών.

Όσο για το επιχείρημα σχετικά με την ευρύτητα της αποδοχής, μην ξεχνάτε ότι εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο πιστεύουν ότι θεραπεύονται μέσω πληθώρας «εναλλακτικών» μεθόδων, πολλές από τις οποίες μάλιστα έχουν καθαρά «μαγικό» χαρακτήρα (π.χ., σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας). Ας μην ξεχνάμε και το πλήθος των συμπολιτών μας που πιστεύουν ότι «ματιάζονται» (ασθενούν) και θεραπεύονται με το «ξεμάτιασμα». Το ίδιο επιχείρημα, εξάλλου, δεν χρησιμοποιούν και οι αστρολόγοι, κατά τους οποίους υπάρχει αποτέλεσμα των περιγραφών και προβλέψεών τους; Στο πιο σοβαρό επίπεδο της ανάρρωσης από ασθένειες, βέβαια, πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα φαινόμενα αυθυποβολής ή γενικότερα ψυχολογικής βελτίωσης όσο και η φυσική ανάρρωση που θα συνέβαινε ανεξαρτήτως θεραπείας. Μήπως αυτός είναι ο λόγος που σε ιδιαιτέρως σοβαρές περιπτώσεις (π.χ., AIDS, καρκίνος, καρδιαγγειακά νοσήματα κλπ.) δεν συνηθίζεται η προσφυγή στην Ομοιοπαθητική;


Σύνοψη (Σφενδουράκης): Η Ομοιοπαθητική στηρίζεται σε αρχές που δεν έχουν τεκμηριωθεί επιστημονικά και βρίσκονται σε αντίθεση με το σώμα της τρέχουσας επιστημονικής γνώσης. Οι ενδείξεις υπέρ της αποτελεσματικότητάς της είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενες, ενώ οι περισσότερες μετα-αναλύσεις συμπεραίνουν ότι τα αποτελέσματά της δεν διαφέρουν από εκείνα του φαινομένου placebo. Μέχρις ότου δειχθεί με αδιαμφισβήτητο τρόπο η αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής, η Πολιτεία οφείλει να μην την αναγνωρίσει επισήμως. Παράλληλα, οι υποστηρικτές της Ομοιοπαθητικής οφείλουν να εξηγήσουν, κατά την επιστημονικώς αποδεκτή δεοντολογία, τις αρχές της και τη δράση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων είτε βάσει των σημερινών επιστημονικών γνώσεων είτε βάσει νέων τεκμηριωμένων επιστημονικών θεωριών. Προς το παρόν, η Ομοιοπαθητική έχει όλα τα γνωρίσματα της λεγόμενης «ψευδο-επιστήμης», όπως και ποικίλες άλλες «εναλλακτικές θεραπευτικές» θεωρίες και μέθοδοι.

Τσάμης:
Σχετικά με το ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα θάθελα να παρατηρήσω ότι δεν ευνοεί την αποδοχή της ομοιοπαθητικής για τους εξής λόγους: Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα έχουν μηδαμινή προστιθέμενη αξία και άρα ελάχιστο κέρδος για τις βιομηχανίες (μεγάλο όμως για τα χειμαζόμενα ασφαλιστικά ταμεία). Ουσιαστικά μπορούν να παρασκευαστούν από μεμονωμένους φαρμακοποιούς αφαιρώντας σημαντικό κομμάτι της αγοράς από αυτές. Ιδίως δε, η ομοιοπαθητική θεραπεύει μια πλειάδα χρόνιων προβλημάτων με την έννοια της οριστικής απαλλαγής από αυτά και όχι της αναγκαστικής ισόβιας λήψης (πολλές φορές τοξικών) φαρμάκων που προφανώς σημαίνει περισσότερα κέρδη. Δυστυχώς η ιδέα της επιστήμης σαν ουδέτερης και «αποστειρωμένης» από την οικονομία και την πολιτική δεν υφίσταται. Η με διάφορους τρόπους λυσσαλέα αντίδραση του συμπλέγματος δεν έχει τελεσφορήσει βασικά λόγω της εμπειρίας των ασθενών με την ομοιοπαθητική… Οφείλω να σας αναγνωρίσω όμως μεγάλο θάρρος στην υπεράσπιση των απόψεών σας δεδομένου ότι επιμένετε να έχετε αντίθετη άποψη από την Γενική Συνέλευση του ΠΟΥ το 2003 που προτρέπει τις κυβερνήσεις να εντάξουν την Ομοιοπαθητική στα συστήματα Υγείας ενώ εσείς προτείνετε το αντίθετο. Για την έρευνα της Belladona, ξαναδιαβάστε παρακαλώ τις προηγούμενες απαντήσεις μου. Όσο για την αλλαγή Παραδείγματος πράγματι δεν διακυβεύεται μόνον η αποδοχή μιας θεραπευτικής μεθόδου αλλά ουσιαστικά η ίδρυση ενός διεπιστημονικού πεδίου αυτού των υψηλών αραιώσεων που δεν θα αφήσει στη θέση τους όλες τις βασικές επιστήμες. Τα συντριπτικά ερευνητικά δεδομένα της invitro δράσης των ομοιοπαθητικών διαλυμάτων (που σεις αφήσατε παντελώς ασχολίαστα) αποτελούν την μεγαλύτερη επιστημονική πρόκληση του 21ου αιώνα. Για ενημέρωσή σας στη χώρα μας τα ομοιοπαθητικά διαλύματα έχουν μελετήσει οι καθηγητές του ΕΜΠ κκ. Μπούρκας και Καραγιαννόπουλος μαζί με το μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ομοιοπαθητικής Ιατρικής κας Αλεξ. Δεληνίκου. Παρακάτω, τα σχόλιά σας για την μετα-ανάλυση των Cucherat και συνεργατών δεν αποδίδουν αυτά που θέλουν να πουν οι ερευνητές. Στα συμπεράσματά τους ξεκινούν με τη φράση «Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι πιο αποτελεσματικές από το placebo». Από κει και πέρα αναγνωρίζω και γω ότι πρέπει να οργανωθούν μελέτες υψηλής μεθοδολογικής ποιότητας για το θέμα. Όμως, αυτές οι μελέτες θα πρέπει να ικανοποιούν και τα ομοιοπαθητικά standards. Για να χρησιμοποιήσω πάλι το παράδειγμα της Belladonaστην αμυγδαλίτιδα: εάν οργανωθεί μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή με ομάδα ελέγχου για να ελέγξει την δράση της Belladona στην στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα είναι λάθος από ομοιοπαθητική σκοπιά! Εξηγώ πάλι ότι τη συγκεκριμένη πάθηση (όπως και κάθε πάθηση) θεραπεύουν πολλά ομοιοπαθητικά φάρμακα και συνεπώς η Belladona εκ προοιμίου μπορεί να θεραπεύσει μόνον ένα ποσοστό του πληθυσμού των παιδιών με αμυγδαλίτιδα στα υπόλοιπα (που δεν θα έχουν την συνολική εικόνα της Belladona όπως την περιέγραψα στην αρχή του διαλόγου μας) αυτή δεν θα έχει καμμία δράση.Εαν επιχειρηθεί παρόλα αυτά μια τέτοια έρευνα ανάλογα το ποσοστό των παιδιών με αμυγδαλίτιδα που μπορεί να θεραπεύσει η Belladona θα προκύψει ή όχι η δραστικότητά της έναντι του placebo. Πολύ απλά εάν αυτό είναι ψηλό θα δείξει δραστικότητα εάν είναι χαμηλό όχι. Τα ομοιοπαθητικά standards εκπληρούνται εάν σχεδιαστεί μια τυχαιοποιημένη μελέτη που θα έχει ξεχωρίσει από τα παιδιά με αμυγδαλίτιδα εκείνα με εικόνα Belladona οπότε εάν αυτή χορηγηθεί τα παιδιά θεραπεύονται όσο είναι σίγουρο ότι τα μήλα πέφτουν! Ετσι ερμηνεύονται και τα πολλές φορές αντικρουόμενα δεδομένα από τις δημοσιευμένες κλινικές μελέτες που υποτίθεται ότι ελέγχουν την ομοιοπαθητική.Χρησιμοποιώντας την λογική της επίσημης ιατρικής «φάρμακο για πάθηση» καταλήγουν σε συμπεράσματα ανάλογα το ποσοστό των ασθενών που θεραπεύει το συγκεκριμένο ομοιοπαθητικό φάρμακο. Για την ιστορία εάν μελετηθεί με αυτό το λάθος τρόπο η Belladona θα δείξει δραστικότητα έναντι του placebo γιατί τα παιδιά με αμυγδαλίτιδα σε ικανό ποσοστό έχουν εικόνα Belladona ενώ αν μελετηθεί η Dulcamara δεν θα δείξει δραστικότητα γιατί αυτή η εικόνα είναι σπάνια. Δυστυχώς οι περισσότερες κλινικές μελέτες που αφορούν την ομοιοπαθητική (και αυτές που παραθέτετε) έχουν σχεδιασθεί με τη λογική «φάρμακο για πάθηση» και όχι την εφαρμογή του νόμου των ομοίων. Ελπίζω αυτό να αλλάξει…

Υπενθυμίζω ότι δεν υπάρχει αυθυποβολή σε βρέφη και ζώα… Στα Ομοιοπαθητικά νοσοκομεία του Βρεττανικού ΕΣΥ οι ασθενείς προσέρχονται για νοσηλεία σε καταστάσεις όλου του νοσολογικού φάσματος (Aids, καρδιαγγειακά κλπ)… Το γεγονός ότι η ομοιοπαθητική υπάρχει 200 χρόνια είναι υπερ της αλήθειας της όπως υποστηρίζει η κοινή λογική… Η τάση σας να αποκαλείτε αντιεπιστημονικό κατι που δεν μπορείτε να ερμηνεύσετε δείχνει ένα είδος ορθολογισμού «αλά κάρτ», φοβικού και συντηρητικού. Όμως τα πειράματα που ανασκοπεί η Witt επιμένουν ότι τα ομοιοπαθητικά διαλύματα έχουν βιολογική δράση, η Belladona επιμένει να θεραπεύει τις αμυγδαλίτιδες και τα μήλα να πέφτουν… Είναι θέμα φυσικού νόμου!

Σύνοψη (Τσάμης): Η Ομοιοπαθητική Ιατρική (ορθότερα θεραπευτική) είναι ένας «συστημικός» τρόπος θεραπείας που βασίζεται στην εφαρμογή του νόμου των ομοίων ο οποίος είναι θεμελιωμένος εμπειρικά. Η ερμηνεία αυτής της δράσης δεν υπάρχει. Χρειάζεται να γίνουν προσπάθειες από την επιστημονική κοινότητα, κυρίως στο χώρο της βασικής έρευνας, προκειμένου να διερευνηθούν τα ερωτήματα που έχουν προκύψει. Στο χώρο της κλινικής έρευνας απαιτούνται περισσότερες έρευνες υψηλών προδιαγραφών που θα λαμβάνουν υπ’όψιν και τις ιδαιτερότητες της ομοιοπαθητικής. Οι επικριτές της ομοιοπαθητικής συνήθως έχουν ένα έλλειμα πληροφόρησης γύρω από το θέμα και μια τάση να αγνοούν τα εμπειρικά δεδομένα υπέρ της ανυπαρξίας ερμηνείας. Το ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα δεν ευνοεί την καθιέρωση της ομοιοπαθητικής. Την ομοιοπαθητική επιβάλλουν προοδευτικά οι ασθενείς και το κοινωνικό-οικονομικό κόστος των φαρμακευτικών δαπανών. Είναι αναγκαία η ίδρυση ομάδας εργασίας στα πλαίσια του Κεντρικού Συμβούλιου Υγείας με αντικείμενο την ομοιοπαθητική και συμμετοχή της Ελληνικής Εταιρείας Ομοιοπαθητικής Ιατρικής.