Το φίδι, η Ασασάγια και ο πρίγκηψ της μπουγάτσας

Καταρχάς να συστηθώ. Με λένε Λάκι και το όνομά μου προέκυψε όταν από μεγάλη τύχη γλίτωσα τη ζωή μου. Περνούσα έρποντας έναν επαρχιακό δρόμο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις πάντα κινδυνεύεις να σε πατήσει αυτοκίνητο, ως γνωστόν. Πράγματι, μια νταλίκα βγαίνοντας από μια στροφή είχε βάλει πορεία για να με λιώσει αλλά την τελευταία στιγμή ένα βίαιο, θορυβώδες και μυξαλέο φτάρνισμα του οδηγού μετακίνησε ελαφρά το τιμόνι τόσο  όσο να μη γίνει ατύχημα κι εγώ να γλιτώσω μόνο με την ουρά μου σπάτουλα. Όταν σύρθηκα στην άκρη του δρόμου δύο παιδιά με ράστα και σακίδια που έκαναν ωτοστόπ μου είπαν: «you’ re lucky»!!…

Είμαι καλαμποκόφιδο. Ο φυσικός μου χώρος είναι οι φυτείες καλαμποκιού στις οποίες τα όμοιά μου φίδια ενεδρεύουν για ποντίκια. Εγώ όχι! Τρέφομαι με τάρτες κρέμα-λεμόνι. Ο λόγος που συμβαίνει αυτή η παρέκκλιση είναι ένα παιδικό μου τραύμα. Πάρα πολύ απλά, όταν ήμουν φιδάκι και αποφάσισα να κυνηγήσω το πρώτο μου ποντίκι, στα πλαίσια μιάς νεανικής ορμής, αποκοτιάς και υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων μου, πήγα να τα βάλω με έναν γιγάντιο αρουραίο. Αυτός, μόλις με είδε και διέγνωσε τις προθέσεις  μου, έβαλε τα γέλια και μ΄ έστρωσε στο κυνήγι. Έγινα λοιπόν θήραμα του θηράματος και περίγελος των καλαμποκόφιδων. Όσο για το πώς κατέληξα να τρέφομαι με  τάρτες κρέμα-λεμόνι είναι μια άλλη περίεργη και μεγάλη ιστορία με την οποία δεν θα σας κουράσω. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι σχετίζεται με τη γνωριμία μου με έναν ζαχαροπλάστη που έπασχε από πλατυποδία και  ότι μου αρέσουν πολύ, παρά το ζάχαρο που μου έχουν δημιουργήσει και τη δυσκολία να τις τρώω με τη διχαλωτή μου γλώσσα.

Είμαι ο μπάτλερ της Ασασάγια. Ζούμε μαζί στο δάσος σε ένα τεράστιο κούφιο μανιτάρι δίπλα σε έναν κρυφό καταρράκτη. Εγώ διωγμένος από την κοινότητα των καλαμποκόφιδων λόγω των διατροφικών μου ιδιαιτεροτήτων κι εκείνη εξορισμένη από την κοινότητα των ανθρώπων λόγω της μεγάλης ευαισθησίας της στην ασχήμια και την αγένεια. Να φανταστείτε, μπορούσε να λιποθυμήσει στη θέα των γύψινων λιονταριών που τοποθετούν οι νεόπλουτοι στις κολώνες της εξώπορτας των εξοχικών τους ή ακόμα και στο άκουσμα της έκφρασης «αυτό που σου λέω εγώ». Όταν έφυγε από τους ανθρώπους περιπλανήθηκε πολύ αλλά το μοναδικό μέρος που έβρισκε τη γαλήνη ήταν το άγριο δάσος. Βρήκε τον καταρράκτη και το κούφιο μανιτάρι και αποφάσισε να μείνει εκεί για όλη της τη ζωή. Σιγά – σιγά το δάσος με τις εγγενείς μαγικές του δυνάμεις τη μετέτρεψε σε ξωτικό. Εγώ τη βρήκα ακριβώς εκεί, στο τεράστιο κούφιο μανιτάρι, και συγκινήθηκα από τη μεγάλη της αδυναμία να διεκπεραιώσει οτιδήποτε αφορούσε την πραγματική ζωή και έτσι αποφάσισα να την υπηρετήσω. Μη ρωτήσετε τώρα πού βρίσκω τάρτες κρέμα-λεμόνι στο δάσος. Σας λέω μόνο ότι ο πλατύπους ζαχαροπλάστης έχει εξαιρετικό δίκτυο ντελίβερυ και εν πάσει περιπτώσει τι ξωτικό φίλη έχω! Η Ασασάγια λοιπόν πήρε το όνομά της, τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας, από ένα νυχτοπούλι όταν αυτό κάθισε στον ώμο της και μονότονα επαναλάμβανε την κραυγή του με το όνομά της. Είχε γαλανά μάτια, κοτσιδάκια που τα συγκρατούσαν δύο πασχαλίτσες και ρούχα που τα έφτιαχνε μια αράχνη που έπασχε από περιοδοντίτιδα. Η εν λόγω αράχνη, λόγω της περιοδοντίτιδας, παρήγαγε τεράστιες ποσότητες σάλιου και ο ιστός της ήταν πολύ πυκνός και ανθεκτικός. Η Ασασάγια, όταν ήθελε ρούχα, το μόνο που έκανε ήταν να πηγαίνει κοντά της και να στριφογυρίζει τυλίγοντας τον ιστό γύρω της. Τα πιο ελαφρά, ζεστά και εκθαμβωτικά ασημί ρούχα του κόσμου! Έτσι εμφανιζόταν μπροστά στους κυνηγούς. Έμενε λίγα λεπτά ακίνητη με αυτούς αποσβολωμένους και τους έλεγε: «Πού πάτε μ-που-μ-πούνες;». Ξέχασα να πω ότι η Ασασάγια δεν μπορούσε να πει το «μπ». Έλεγε δηλαδή «λά-μ-πα», «μ-πάνιο» ή «θεέ μου, τι μ-πέρδεμα». Τους κυνηγούς τους τρόμαζε συστηματικά και εκείνοι σιγά – σιγά είχαν αραιώσει τις επισκέψεις τους στο δάσος. Έβγαλαν φήμη ότι το δάσος έχει ξωτικά και βεβαίως οι φίλοι τους γελούσαν μαζί τους στις ταβέρνες. Γενικώς η ζωή μας εκτός από  το τρόμαγμα των κυνηγών περιλάμβανε και άλλα παιχνίδια, όπως τη βαφή των εντόμων, την τοποθέτηση ρογών σταφυλιού στα αγκάθια του εύπιστου σκαντζόχοιρου, το φτιάξιμο τσιχλόφουσκας από ρετσίνι, το δέσιμο ταμπελίτσας «just married» στην ουρά της αλεπούς, την εκμάθηση σημάτων μορς στις πυγολαμπίδες έτσι ώστε αυτές να επικοινωνούν αναβοσβήνοντας. Παρακολουθούσαμε συναυλίες, όπως της καρακάξας σε άριες της όπερας, του γκιώνη σε χιπ-χοπ ή μια μπάντα που είχαν φτιάξει κάτι λυκάκια με όνομα «xefoto  rock’ n’ roll ensemble»…

Έτσι λοιπόν ο χρόνος κυλούσε σταματημένος , με τις εκπλήξεις να είναι η ρουτίνα μας και το παιχνίδι η καθημερινότητά μας…

Κάπως έτσι εμφανίστηκε μια μέρα, ως άσχετος περιπατητής, ένας  νεαρός με ακουστικά  στα αυτιά που κουνούσε   το κεφάλι του στο μπιτάκι  του ρυθμού, με φαρδιά  παντελόνια, φανελάκι με  στάμπα ένα στόχο και σακίδιο στον ώμο, που σήμερα μπορώ να σας πω ότι μέσα είχε μια μισοφαγωμένη μπουγάτσα και τρία κουτάκια gel για τα μαλλιά. Τον είδα που ανηφόριζε προς το κούφιο μανιτάρι και έτσι όπως τον είδα άσχετο του ‘πιασα την κουβέντα μήπως προκύψει κανένα παιχνίδι.

«Πού πας παλικάρι;»

«Βόλτα στο δάσος… Ωραία είναι…»

Για να μη σας μεταφέρω κουραστικούς διαλόγους, επρόκειτο όντως για άσχετο τυπάκι του οποίου ο μπαμπάς διέθετε τη μεγαλύτερη αλυσίδα μπουγατσοπωλείων του πλανήτη. «Ο βασιλιάς της μπουγάτσας» κατά έκφραση του ίδιου του νεαρού.

«Άρα εσύ είσαι ο πρίγκηψ της μπουγάτσας», του είπα εγώ.

Φλυαρήσαμε για κάμποση ώρα, ώσπου κάποια στιγμή εμφανίστηκε στο παράθυρο του κούφιου μανιταριού η Ασασάγια. «Μ-πα, μ-πα, έχουμε επισκέψεις;» Της σύστησα τον νεαρό. «Πρίγκηψ της μ-πουγάτσας;» και γέλασε κελαριστά.

Ο δυστυχής πρίγκηψ ερωτοχτυπήθηκε και απόμεινε να κοιτάζει με μισάνοιχτο στόμα ακίνητος, τόσο ακίνητος που νόμιζες ότι τον είχαν βγάλει απ’ την πρίζα. Η Ασασάγια κατέβηκε και τον πήρε για παιχνίδι της. Χόρευε μπροστά του, τραγουδούσε και απήγγελλε γλωσσοδέτες με «μπ». Ο πρίγκηψ ακίνητος και βουβός βυθιζόταν στο πιο ανήμπορο συναίσθημα που υπάρχει. Και τότε, όπως συμβαίνει καμιά φορά σε παρόμοιες καταστάσεις το θράσος επιχειρεί να εξισορροπήσει την απώλεια του ελέγχου. Με μια απότομη κίνηση αρπάζει την Ασασάγια, όπως ο ναύτης τη νοσοκόμα στην Times Square το 1945 στους πανηγυρισμούς για τη λήξη του πολέμου, και τη φιλάει. Τραγωδία! Σε όλα τα ρημάδια τα παραμύθια ο πρίγκηπας φιλάει την καλή του και αυτή συνέρχεται από τη νεκροφάνεια. Σ’ αυτό εδώ συνέβη το ανάποδο. Η Ασασάγια άφησε έναν αναστεναγμό και έπεσε σε κώμα.

«Τη σκότωσα, τη σκότωσα, τη σκότωσε το φιλί μου».

«Ηρέμησε, άθλιε μπουγατσοπώλη… Είναι απλώς σε κώμα. Δεν πίστευα ότι θα συνέβαινε αυτό, αλλά να που συνέβη. Η Ασασάγια είναι αλλεργική σε φιλιά ανθρώπων της δικής σου αισθητικής, όπως άλλοι στην πενικιλίνη».

«Και πώς θα την συνεφέρω , Λάκι;». Ο δυστυχής πρίγκηψ έτρεμε από φόβο, αγωνία και ενοχή.

«Ανάθεμα το θράσος σου. Κοίταξε, ανόητε πρίγκηπα, πρέπει να περάσεις τη δοκιμασία των δωματίων».

«Ποια δωμάτια, πώς, μήπως πρέπει να πάω να φέρω κορτιζόνη;»

«Άσε τις αηδίες και ακολούθησέ με».

Αφήσαμε την Ασασάγια να ανασαίνει βαθιά στη ρίζα του κούφιου μανιταριού και οδήγησα τον μπουγατσοπρίγκηπα πίσω από τον καταρράκτη, στην κρυφή σπηλιά.

«Τη βλέπεις αυτήν την πέτρα; Πρέπει να τη μετακινήσεις για να μπεις στα δωμάτια. Εκεί τα σοφά ζώα θα σε βοηθήσουν. Καλή τύχη».

Ο πρίγκηψ της μπουγάτσας τρέμοντας προχώρησε, έβαλε όλη του τη δύναμη, μετακίνησε την πέτρα και είδε μια μικρή πορτούλα σαν σκυλόσπιτου. Την άνοιξε και σύρθηκε σε έναν μικρό διάδρομο όπου χωρούσε ίσα – ίσα. Είδε μια δεύτερη πορτούλα, την άνοιξε και μπήκε σε ένα άνετο δωμάτιο με διακόσμηση Λουδοβίκου 14ου. Σηκώθηκε όρθιος και παρατηρούσε απορημένος τα έπιπλα. Πολυθρόνες, καναπέδες, βελούδινες βυσσινιές κουρτίνες και ακριβώς απέναντι ένας τεράστιος καθρέφτης με ξυλόγλυπτη χρυσαφιά διακόσμηση που στη μέση του είχε κολλημένο ένα χαρτί με τυπωμένο ένα κόκκινο βελάκι. Έδειχνε σε έναν διάδρομο με χαλί και μην ξέροντας τι να κάνει ακολούθησε τελικά την κατεύθυνσή του. Άλλη πόρτα, άλλο δωμάτιο με διακόσμηση γιαπωνέζικου μεσαιωνικού αρχοντικού, άλλο βελάκι να δείχνει προς ένα ντουλάπι.

«Τι γίνεται εδώ μέσα;», απόρησε ο πρίγκηψ της μπουγάτσας. Ασυναίσθητα έβαλε το χέρι στα μαλλιά του και συνειδητοποίησε ότι το gel είχε αρχίσει να αδυνατίζει. «Φτου, άφησα το σακίδιο έξω».

Ύστερα από λίγη ώρα αποφασίζει να ακολουθήσει και το δεύτερο βελάκι. Ανοίγει το ντουλάπι, πορτάκι, δωμάτιο, φοιτητική διακόσμηση, βελάκι, αναποφασιστικότητα, πίσω από την αφίσα του Τσε Γκεβάρα, λαγούμι, αγροτόσπιτο της δεκαετίας του ’50, βελάκι, σεντούκι, καταπακτή, αίθουσα συσκέψεων πολυεθνικής, βελάκι, ασανσέρ, τσουπ! δωμάτιο διακόσμησης Λουδοβίκου 14ου. Ο ίδιος τεράστιος καθρέφτης με την ξυλόγλυπτη χρυσαφιά διακόσμηση, το ίδιο κόκκινο βελάκι να δείχνει τον ίδιο διάδρομο με το χαλί. Ο πρίγκηψ της μπουγάτσας, πριν πέσει στο πάτωμα αποκαμωμένος και κλαίγοντας, έκανε τον γύρο των δωματίων επτά φορές. Δοκίμασε να ανοίξει το πορτάκι που οδηγούσε πίσω στον καταρράκτη αλλά δεν άνοιγε με τίποτα. Καθόταν εκεί λοιπόν στη μέση του δωματίου ακίνητος, με βλέμμα απλανές, ώσπου ξαφνικά άκουσε έναν ήχο όπως κάνουν τα δάχτυλα που κάποιοι τα κροταλίζουν προξενώντας ανατριχίλα σε κάποιους άλλους. Τον πλησίασε, χωρίς να ξέρει από πού ξεφύτρωσε, μια χελώνα με πτυσσόμενο καβούκι που άνοιγε και έκλεινε ρυθμικά, κλακ – κλακ, προς τα πάνω, όπως οι πόρτες τις Ferrari. Υπέθεσε ότι θα ήταν ένα από τα σοφά ζώα.

«Τι γίνεται εδώ; Είμαι σε αδιέξοδο. Ακολουθώ τα βελάκια και όλο βρίσκομαι στο αρχικό δωμάτιο».

«Και ποιος σου είπε να ακολουθήσεις τα βελάκια;»

«Ε;»

«Ναι, ποιος σου είπε να ακολουθήσεις τα βελάκια. Την πρώτη φορά εντάξει, αλλά την έβδομη;»

«Μααα..»

«Ανόητε νεαρέ, δεν υπάρχουν αδιέξοδα αλλά πράγματα που επαναλαμβάνεις χωρίς να σε πηγαίνουν  πουθενά. Βρες την έξοδο», είπε η χελώνα με το πτυσσόμενο καβούκι, «κλακ – κλακ», απομακρυνόμενη αργά.

Κοιτώντας προσεχτικά γύρω – γύρω ο πρίγκηψ ανακάλυψε ότι ο καθρέφτης στο πλάι είχε μεντεσέδες που ήταν βαμμένοι στο χρώμα του τοίχου. Πριν ανοίξει τον καθρέφτη και περάσει στο επόμενο δωμάτιο πρόσεξε ότι τα μαλλιά του ήταν χάλια. Χρειαζόταν gel επειγόντως….

Κλείνοντας πίσω του την είσοδο του καθρέφτη, γεμάτος απορία αντίκρισε ένα δωμάτιο τεραστίων διαστάσεων. Στη μέση του δωματίου, κάτω από τον προβολέα, ήταν μια ζυγαριά απ’ αυτές με δίσκο από τις δύο πλευρές και ακίδα που δείχνει το βάρος. Γύρω ο χώρος ήταν γεμάτος με σταθμά όλων των βαρών. Χιλιάδες σταθμά, του κιλού, του μισόκιλου, του γραμμαρίου, του πεντόκιλου, τοποθετημένα σε ντάνες ή πεταμένα σε σωρούς και γύρω από τον χώρο της ζυγαριάς ένας ρινόκερος λίκνιζε τον ανοικονόμητο πισινό του σε ήχους ρούμπας.

«Ω, καλώς τον πρίγκηπα, πλησίασε».

Ο πρίγκηψ πλησίασε αργά.

«Εδώ όπως βλέπεις είναι η ζυγαριά της αμφιβολίας. Έτσι λοιπόν δεν έχεις παρά να γράψεις σε ένα χαρτί τη μία εκδοχή του όποιου διλήμματός σου και να τη βάλεις στον ένα δίσκο της ζυγαριάς και σε ένα άλλο χαρτί την άλλη εκδοχή και να την βάλεις στον άλλο δίσκο. Δεν έχεις ακούσει που λένε «πρέπει να ζυγίσω τα πράγματα»; Αυτή η ζυγαριά λοιπόν σε βγάζει από τα διλήμματα».

«Ααα».

«Πες μου λοιπόν ένα δίλημμα που σε ταλαιπωρεί συχνά».

«Ναι! Κάθε πρωί βασανίζομαι από το δίλημμα να φάω μπουγάτσα με κανέλλα ή χωρίς».

«Με κανέλλα ή χωρίς. Με κανέλλα ή χωρίς», λίκνισε τον πισινό του στη μουσική ο ρούμπα-ρινόκερος.

Ο πρίγκηψ πήρε το μολύβι και το μπλοκάκι από τη βάση της ζυγαριάς και έγραψε «με κανέλλα» και το τοποθέτησε στον έναν δίσκο της ζυγαριάς, ενώ στο άλλο έγραψε «χωρίς κανέλλα» και το έβαλε στον άλλο δίσκο. Οπισθοχώρησε και περίμενε. Η ζυγαριά ακίνητη και ο ρούμπα-ρινόκερος να κουνάει τον πισινό του ρυθμικά «με κανέλλα» – «ή χωρίς» – «με κανέλλα» – «ή χωρίς». Ο πρίγκηψ σκέφτηκε ότι πρέπει να κάνει υπομονή μιας και αυτή η ζυγαριά δεν πρέπει να λειτουργεί όπως οι συνηθισμένες. Περίμενε, περίμενε, αλλά τίποτα. Μόνο ο ρούμπα-ρινόκερος να λικνίζεται ασταμάτητα «με κανέλλα» – «ή χωρίς» – «με κανέλλα» – «ή χωρίς». Ύστερα από κάμποσες ώρες του ήρθε η φαεινή ιδέα:

«Πρέπει να το γράψω κεφαλαία».

Γράφει λοιπόν τα δύο χαρτάκια με κεφαλαία, αλλά πάλι τίποτα. Πάλι έκανε υπομονή «επειδή αυτή η ζυγαριά δεν πρέπει να λειτουργεί όπως οι συνηθισμένες». Τίποτα. Μετά μερικές ώρες η φαεινή ιδέα ότι η κανέλλα γράφεται με ένα «λάμδα». Πάλι χαρτάκια, πάλι υπομονή, πάλι τίποτα και ο ρούμπα-ρινόκερος το βιολί του «με κανέλλα» – «ή χωρίς» – «με κανέλλα» – «ή χωρίς».

«Μήπως να το γράψω με τον στυλό που έχω στην κωλότσεπη;»

Εύκολα θα μαντέψετε ότι πάλι δεν έγινε τίποτα. Ο πρίγκηψ κατέρρευσε και σε μια φοβερή έκρηξη ούρλιαξε:

«Σκάσεεεεε, χοντρο- ρινόκερε, θα με τρελάνεις».

«Εγώ θα σε τρελάνω ή το δίλημμά σου;»

«Και αυτή η παλιοζυγαριά δεν δουλεύει».

Ο ρούμπα-ρινόκερος σταμάτησε και σοβαρεύτηκε.

«Φταις εσύ που έβαλες τη ζυγαριά να αποφασίσει για σένα».

«Εγώ; Μα εσύ μου είπες να βάλω τα χαρτάκια και τις αηδίες».

«Χα, και εσύ ό,τι σου λένε να κάνεις πάντα». Ο ρινόκερος σιώπησε για λίγο και είπε χαμηλόφωνα: «Δεν υπάρχουν διλήμματα παρά μόνο επιλογές. Όσο δεν επιλέγεις είσαι σε δίλημμα, όταν επιλέγεις το δίλημμα παύει να υπάρχει».

«Και πώς επιλέγω;»

«Με βάση αυτό που θέλεις».

«Και άμα δεν ξέρω τι θέλω;»,

«Τότε ρωτάς τον εαυτό σου. Αυτός ξέρει πάντα. Πώς σ’ αρέσει η μπουγάτσα; Με κανέλλα ή χωρίς;»

Ο πρίγκηψ ρώτησε τον εαυτό του και εκείνος απάντησε:

«Με κανέλλα».

«Ωραία, βάλε λοιπόν ένα βάρος τριών γραμμαρίων στον δεξιό δίσκο της ζυγαριάς και πήγαινε να βρεις την καμηλοπάρδαλη».

Ο πρίγκηψ δίστασε στιγμιαία αλλά έκανε ό,τι του είπε. Η βελόνα της ζυγαριάς κινήθηκε ελαφρά και μόλις σταθεροποιήθηκε ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος και αποκαλύφθηκε ένα μυστικό πέρασμα στον τοίχο. Γύρισε, κοίταξε για λίγο τον ρινόκερο και προχώρησε. Το καινούργιο δωμάτιο ήταν ιδιαίτερα ψηλοτάβανο με άπειρα μικρά συρταράκια να καλύπτουν όλους τους τοίχους στα οποία υπήρχαν μικρές ετικέτες. Η καμηλοπάρδαλη τον περίμενε με ένα πλατύ χαμόγελο φορώντας μια τεράστια ριγέ γραβάτα στον ψηλό της λαιμό.

«Καλώς τον πρίγκηπα».

«Τι γίνεται εδώ;»

«Όπως μπορείς να δεις κάθε ετικέτα γράφει επάνω της κι έναν φόβο. Δεν έχεις παρά να διαλέξεις τον σημαντικότερο φόβο σου, εγώ θα ανοίξω το συρταράκι και θα σου δώσω μία από τις καραμέλες που έχει μέσα κι εσύ υπό την επήρεια αυτής της καραμέλας θα τον βιώσεις στο έπακρο. Τα υπόλοιπα τα λέμε μετά».

Ο πρίγκηψ κοίταξε τριγύρω τις ετικέτες. «Φόβος του AIDS». «Φόβος οικονομικής καταστροφής». «Φόβος για το αεροπλάνο». «Φόβος να παντρευτείς». «Φόβος να μη χαλάσει το παρκέ».

«Ααα, αυτός είναι ο φόβος της μάνας μου», είπε ο πρίγκηψ, «γι’ αυτό στο σπίτι περπατάει σέρνοντας τα πόδια της πατώντας σε πανάκια».

«Πολύ ωραία», είπε η καμηλοπάρδαλη. «Πρέπει να βρεις τον φόβο που σε ταλαιπωρεί συχνότερα».

Ο πρίγκηψ γύριζε ώρα στο δωμάτιο. Αρρώστιες, σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, φόβοι για ζώα, τίποτα όμως δεν του έκανε κλικ για τον δικό του φόβο, τη δική του τυραννική εμμονή. Ώσπου σε μία γωνία του δωματίου, στο τελευταίο κάτω – κάτω συρταράκι , διάβασε: «Φόβος να ξεμείνω από gel». Πάγωσε και ασυναίσθητα έβαλε το χέρι στα μαλλιά. Το gel ήταν ανύπαρκτο και το χτένισμα κατεστραμμένο! Συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο μοναδικός φόβος που είχε. Με αρκετή δόση ντροπής είπε στην καμηλοπάρδαλη:

«Θα σου φανεί ηλίθιο αλλά ο μοναδικός φόβος που έχω είναι να μην ξεμείνω από gel».

«Όλοι οι φόβοι είναι ηλίθιοι, πρίγκηπά μου, γι’ αυτό μην αισθάνεσαι άσχημα. Έλα τώρα και πάρε μια καραμέλα από το συρταράκι».

Η καμηλοπάρδαλη άνοιξε και του πρόσφερε μία. Ήταν απλές καραμέλες του περιπτέρου. Ο πρίγκηψ την ξετύλιξε και τη μάσησε γρήγορα. Σε λίγη ώρα είχε βιώσει τον φόβο να ξεμένεις από gel στο έπακρον. (Μη μου ζητάτε να σας τον περιγράψω μιας και δεν έχω μαλλιά και άρα δεν χρησιμοποιώ gel. Ο μόνος φόβος που ξέρω  είναι να σε κυνηγάει γιγάντιος αρουραίος.) Όταν η καμηλοπάρδαλη βεβαιώθηκε ότι ο πρίγκηπας είχε μπει στο φόβο για τα καλά τον ρώτησε:

«Ποιον φόβο καλύπτει ο φόβος σου μην ξεμείνεις από gel;»

«Τον φόβο να είμαι άσχημος».

«Ωραία! Ποιο φόβο καλύπτει ο φόβος να είσαι άσχημος;»

«Τον φόβο να μη με θέλουν τα κορίτσια».

Η επίδραση της καραμέλας είχε επιτρέψει στον πρίγκηπα να αντιλαμβάνεται πράγματα που, σε πραγματικές συνθήκες, η συνειδητοποίησή τους είναι πολύ δύσκολη.

«Και ο φόβος να μη σε θέλουν τα κορίτσια;»

«Τον φόβο να μείνω μόνος μου».

«Και ο φόβος να μείνεις μόνος σου;»

Εδώ ο πρίγκηψ κόλλησε.

«Θα σε βοηθήσω», είπε η καμηλοπάρδαλη. «Δώσ’ μου μια εικόνα της μοναξιάς».

«Είμαι σε ένα διαστημόπλοιο και έχω χαθεί στον γαλαξία χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω και χωρίς δυνατότητα επιστροφής».

«Άρα λοιπόν φόβος να μην υπάρχεις για κανέναν. Γιατί, καλέ μου πρίγκηπα, μπορεί να είσαι στην απόλυτη ερημιά, αλλά αν αισθάνεσαι ότι κάποιος σ’ αγαπά και σε νοιάζεται δεν έχεις το συναίσθημα του διαστημόπλοιου. Έτσι, στην ουσία, ο φόβος σου μην ξεμείνεις από gel ξορκίζει την αγωνία σου μήπως δεν αξιωθείς την αγάπη».

Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του πρίγκηπα λες και είχαν ανοίξει οι βρύσες των ματιών του και οι πόρτες τις ψυχής του. Η καμηλοπάρδαλη τον άφησε αρκετή ώρα. Όταν εκείνος σήκωσε τα μάτια του, του είπε μαλακά:

«Έλα τώρα, σήκω, ήρθε η ώρα να πας να συνεφέρεις την Ασασάγια από το κώμα».

«Πώς θα το κάνω αυτό;», είπε ο πρίγκηψ ρουφώντας τη μύτη του.

«Απλώς φίλησέ την πάλι. Κρεμάσου τώρα απ’ τον λαιμό μου».

Ο πρίγκηψ υπάκουσε και η καμηλοπάρδαλη τον ακούμπησε μαλακά σε ένα παράθυρο που έμοιαζε με φεγγίτη. Ο πρίγκηψ το έσπρωξε, σύρθηκε και όσο απομακρυνόταν τόσο πιο καθαρά άκουγε το βουητό του καταρράκτη. Βγήκε από την υδάτινη κουρτίνα και πλησίασε αργά την Ασασάγια στον βαθύ της ύπνο. Με δέος σχεδόν έσκυψε και της φίλησε το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού. Η Ασασάγια έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό και κινήθηκε ελαφρά. Ο πρίγκηψ ήρεμος, απομακρύνθηκε και κάθισε ακίνητος και σκεφτικός πάνω σ’ έναν βράχο. Αργότερα η Ασασάγια, αφού είχε συνέλθει τελείως, πήγε σιγά – σιγά εκεί που καθόταν και του ψιθύρισε πίσω από τ’ αυτί:

«Ει, μ-που μ-πούνα…»

Τη συνέχεια μπορείτε να τη φανταστείτε… Περιορίζομαι να πω ότι δικαιώνει απόλυτα την επωδό: «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»

Όσο για μένα, στέγνωσε το στόμα μου και δεν ξέρω αν είναι επειδή μίλησα πολύ ή επειδή ανέβηκε το ζάχαρο. Άραγε μήπως πρέπει να το φοβάμαι αυτό;