Κάποιος με Harley, άχρωμο παρελθόν και… “χοντρό” πρόβλημα

Ο γιατρός έκανε ένα ντους, έβαλε την ενυδατική του κρέμα, τα επώνυμα εσώρουχα, φόρεσε μπλουτζίν με t-shirt και φυσικά τις μυτερές καουμπόικες μπότες και το δερμάτινο με τα κρόσια. Κατεβαίνοντας στο γκαράζ καβγάδισε με τη γυναίκα του, με αφορμή την ανίκανη Φιλιππινέζα, έπαιξε με το Ντόπερμαν και έστειλε νοερά στο διάβολο τους μαστόρους που είχαν αργήσει να αλλάξουν τα πλακάκια της πισίνας. Η Harley τον περίμενε στην ίδια θέση. Άνοιξε την πόρτα του γκαράζ και έβγαλε το κορεάτικο 4Χ4 στην αυλή, αφήνοντας διάδρομο για τη μηχανή. Κάθισε στην τεράστια σέλα και πάτησε τη μίζα… Ο γιατρός πίστευε ότι δεν υπήρχε ωραιότερος ήχος στον κόσμο από τον ήχο μιας Harley στο ρελαντί. Αντρίκιος, μπάσος και χειροποίητος. Κάποτε είχε βρίσει κάποιον που παραλλήλισε το συγκεκριμένο ήχο με αυτόν που κάνει το ψαροκάικο όταν βγαίνει στ’  ανοιχτά τα χαράματα. Δεν τον ενοχλούσε καθόλου που η κλασική τεχνολογία της μοτοσυκλέτας ήταν υπεύθυνη για το ελαφρύ Parkinson του τεράστιου όγκου της.

Βγήκε στην παραλιακή στο ύψος του Καβουριού και τράβηξε για την αρχή της Βουλιαγμένης. Το ελαφρύ Parkinson στις μεσαίες στροφές είχε μετατραπεί σε ήπιες αιμωδίες των γλουτών και των τετρακέφαλών του. Με ψηλές στροφές την πήγαινε σπάνια τη Harley. Ακόμα και για εκείνον ήταν δυσάρεστο να οδηγεί με την αίσθηση ότι κατάπιε σεισμό 7,5 Ρίχτερ. Χάζεψε τα χρώματα του δειλινού στον ουρανό του Πειραιά και μετά χάθηκε στις άτακτες σκέψεις του οδηγώντας μηχανικά.

«Φοβερή γυναίκα η Καρζή… Να τη γαμήσω ή να μην τη γαμήσω πάνω στο μπουμ;» Η Καρζή ήταν πελάτισσά του με ενδομητρίωση. Μια σκύλα παντρεμένη με executive ναυτιλιακής εταιρείας, που το μόνο που δεν είχε κάνει στη ζωή της ήταν ένα παιδί. Ο γιατρός ήταν από πάντα γαμίκουλας, τώρα τελευταία βέβαια, στα 55 του, το πουλί του πάθαινε και κάτι αφλογιστίες, ειδικά σε φάσεις που η γκόμενα ήταν επιθετική ή όποτε του έβγαινε συναίσθημα. Όσο πιο απρόσωπο, όσο πιο στεγνό ήταν το sex, τόσο καλύτερα γαμούσε. Δεν πίστευε σε τίποτε άλλο εκτός από τη δύναμη. Έγινε γυναικολόγος επειδή είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες. Είτε ήταν ερωμένες είτε πελάτισσες τις ταπείνωνε και τις μείωνε σε συνδυασμό με δόσεις τρυφερότητας και γλυκερού ενδιαφέροντος. Δαιμόνιος ο πούστης ο γιατρός! Το ιατρείο φίσκα… Τα φράγκα να πέφτουν… Αυτός να περιμένει να γεννήσει γυναίκα φυσιολογικά; «Δεν γαμιέται η καριόλα», της τράβαγε καισαρική, που χρεωνόταν και περισσότερο.

Η Harley ψάρωσε έναν δημόσιο υπάλληλο με Peugeot 106 στο φανάρι της Αιξωνής. Ο γιατρός το χαβά του: «Τι κοιτάς, ρε μαλάκα, looser; Γουστάρεις να πάρω Paptest στη γυναίκα σου;» Τι το ’θελε αυτό; Η σκέψη του ξεστράτισε σε δυσάρεστα: «Λες να γαμιέται η γυναίκα μου;» Και άντε πάλι να τον κυριεύει η φαντασίωση ότι εκείνη πηδιέται με κάποιον που του ’ριχνε πέντε πόντους. Μπήκε στο Ανατολικό Αεροδρόμιο, έκανε μια αργή διέλευση από το κτίριο Αφίξεων – Αναχωρήσεων, πρόσεξε τη ζήλια στα μάτια του τροχονόμου με το αρχαίο Suzuki και γκάζωσε στην άδεια ανηφορίτσα ξαναβγαίνοντας Βουλιαγμένης.

Για την κόρη του ήταν σίγουρος ότι είχε πηδηχτεί. Ξαφνικά στη Β’ Λυκείου πρόσεξε το βλέμμα της. Δεν ήταν πια παιδικό! «Κι αν μείνει έγκυος;». «Πόσο κάνει αλήθεια η Harley σε εκτρώσεις;». Υστερα από λίγους υπολογισμούς έβγαλε ότι τη Harley την έβγαζαν 30 εκτρώσεις με μισή ώρα η κάθε μία 15 ώρες δουλειάς.  Ξαφνικά η Harley του φάνηκε φτηνή αλλά ηρέμησε μόλις σκέφτηκε ότι ο looser με το Peugeot εάν την ήθελε θα ’πρεπε να δουλεύει δύο – τρία χρόνια.

Μποτιλιαρίστηκε στη δεξιά λωρίδα μπροστά από μια στάση στο ύψος της Ηλιούπολης. Η πλέμπα που περίμενε το λεωφορείο καρφώθηκε στα νίκελ της Harley. Η Harley! Η μοτοσυκλέτα που είναι αδύνατον να απαγκιστρώσεις το βλέμμα σου απ’ αυτήν. Οπότε εάν το βλέμμα σου είναι ποιητικό θα ’θελες να τη δεις στο Μουσείο Guggenheim σαν έκθεμα – μνημείο αισθητικής. Εάν πάλι είναι στερημένο, θα ’θελες να βλέπεις τους άλλους να τη βλέπουν. Του γιατρού του ταίριαζε η Harley… Όπως του ταίριαζαν οι ωραίες κενές γυναίκες… Δεν τον ενδιέφεραν οι επιδόσεις, η ασφάλεια, η φιλικότητα σε μια μοτοσυκλέτα. Μόνον η ομορφιά… Και η Harley ήταν η πιο όμορφη…

Όταν την πρωτοεπιθύμησε, τριτοετής φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, ήταν ένας μπατίρης με άχρωμο παρελθόν Φαρσάλων… Τότε η Harley ήταν αξία… Ήταν αγάπη για την ομορφιά της… Ήταν ένα μονοπάτι για ένα κάποιο ιδεώδες. Εάν είχε μοτοσυκλέτα ο πρίγκιπας του αισθητισμού Όσκαρ Ουάιλντ σίγουρα θα ήταν Harley. Ο γιατρός δεν άντεξε το μονοπάτι της ομορφιάς. Κατάντησε να είναι πιο σημαντικό γι’ αυτόν να βλέπει τους άλλους να τη βλέπουν, παρά να τη βλέπει ο ίδιος. Όμως οι ωραίες, κενές γυναίκες εκδικούνται. Εάν αποτύχεις να δώσεις περιεχόμενο στη σχέση μαζί τους σε γεμίζουν με την κενότητά τους… Σε αδειάζουν!

Το «γκντουπ» στο ύψος της Γυμναστικής Ακαδημίας ήταν ένας αδέσποτος σκύλος που πετάχτηκε αυτοκαταστροφικά στη φαρδιά ρόδα της Harley. Ο γιατρός τον είδε από το καθρεφτάκι να σφαδάζει. «Άραγε πόσα χρόνια να μου μένουν να ζήσω; Πρέπει να μειώσω τα τριγλυκερίδια και να ξαναρχίσω το τένις… Έχει και ωραία μωρά ο όμιλος». Έστριψε αριστερά στο στενάκι που συνδέει Ηλιουπόλεως και Φραντζή, στο ύψος του Αγίου Ιωάννη. Δυο πιτσιρικάδες που ήταν σε μπαλκόνι πάθανε την πλάκα τους. «Πω ρε πώρωση… Γαμάτη, ρε μαλάκα… Φίλε, φίλε τι μάρκα είναι;». Ο γιατρός τους σνομπάρισε. «Θα τραβήξω τα λεφτά απ’ τα αμοιβαία και θα τα ρίξω  στο γιεν. Σε δυο χρόνια θα ’χω βγάλει το σπίτι στο Τυρόλο». Ο ταξιτζής φρενάρισε απότομα να πάρει πελάτη και η Harley τρόμαξε να φρενάρει.

«Ψωμόλυσσα, κωλοταρίφα».

«Α γαμήσου, ρε χουφτογάμη».

Η Συγγρού τα παλιότερα χρόνια ήταν ο δρόμος που παραδοσιακά γινόντουσαν οι κόντρες. Όταν είχε κάθετους δρόμους είχε φάει πολλούς το σκοτάδι. Ευτυχώς που έπρεπε να έρθει ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν τότε που ήτανε να μας βάλουν στην  ΕΟΚ και διαμορφώθηκε όπως είναι σήμερα. Το πιο απολαυστικό σημείο της διαδρομής για τη βόλτα του γιατρού. Μεσαία λωρίδα με στροφές στα όρια μεταξύ αιμωδίας στους γλουτούς και Ρίχτερ.

«Πω, ρε πούστη, πρέπει να πάω στη μάνα μου… Το ζάχαρο θα ’χει απορυθμιστεί… Θα πάθει κανένα εγκεφαλικό… Τί να την κάνω, να τη φέρω στο Καβούρι; Α μπα, θα λέει μαλακίες στους καλεσμένους μου».

Στον Άγιο Κοσμά έκανε παιχνίδι με μια μέσα σε ένα SAAB. Εκείνη ήταν αυτό που λέμε αξιοπρεπής. Σαν την Κατρίν Ντενέβ στην «Ωραία της ημέρας». Ο γιατρός το ’ξερε το είδος. Όσο πιο χυδαία τόσο πιο αποτελεσματικά. Στο Ασκληπιείο βαρέθηκε και γκάζωσε για Καβούρι. «Πρέπει να οργανώσω τις ημερομηνίες για το επόμενο δίμηνο… Μπα δεν πάω Αμερική, δεν είναι trendy  η κολποσκόπηση πια… Ίσως να το γυρίσω και στην εξωσωματική… Θα δούμε με τον Παπαδάτο». Είχε νυχτώσει. Θα ντυνόταν και θα πήγαινε με τη γυναίκα του στο gala του καθηγητή.

Παρκάρισε τη Harley στο βάθος του γκαράζ, ξανάβαλε μέσα το κορεάτικο 4Χ4, ασφάλισε και ανέβηκε στο σαλόνι. Η γυναίκα του καθόταν και κάπνιζε. Δεν του άρεσε το ύφος της.

«Θέλω διαζύγιο».

«Άσε τις αηδίες θα αργήσουμε στου καθηγητή».

Την κοίταξε καθώς παρέμενε σιωπηλή και κατάλαβε ότι όλα είχαν τελειώσει.

«Υπάρχει άλλος;»

«Υπάρχει».

«Ποιος;»

Ανέφερε το όνομα ενός νεαρού παθολόγου που είχε γυρίσει πρόσφατα από Ph.D. στο Harvard.

«Αυτός είναι λέρα, θα σου φάει τα λεφτά μωρή μαλάκω».

«Δεν πειράζει, εγώ θα του φάω τα νιάτα».

Δεν υπήρχε έδαφος για καβγά, ήταν ήδη φευγάτη. Πού θα πήγαινε; Το σπίτι ήταν στο όνομά της. Ασυναίσθητα άρχισε να κατεβαίνει αργά – αργά τα σκαλιά του γκαράζ. Στο κεφαλόσκαλο ήταν ο επιτυχημένος. Όσο κατέβαινε αισθανόταν να χάνει σε δύναμη, αυτοεκτίμηση και λάμψη. Πατώντας στο γκαράζ ήταν πάλι κάποιος με άχρωμο παρελθόν Φαρσάλων. Κοίταξε τη Harley με το ίδιο βλέμμα όταν την πρωτοείδε στην Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. «Θεέ μου, είναι όμορφη…»

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Rider, τεύχος 70, Ιανουάριος 2001.