VFR και… μετενσάρκωση

Το καλοκαιρινό δειλινό ήταν υπέροχο… Ο ξανθός καβάλησε τη μοτοσυκλέτα του και τράβηξε κατά λεωφόρο Καβάλας, Χαϊδάρι. Ο ήλιος δεν είχε αρχίσει να ακουμπάει τα βουνά της Κορινθίας σαν έφθασε στον Ασπρόπυργο και αποφάσισε να πάει Κινέττα από την παλιά εθνική οδό. Είχε φτιαχτεί για τα στροφιλίκια της Κακιάς Σκάλας. Μετά το service, το VFR ανέβαζε θερμοκρασία. Ο ξανθός όλο έλεγε να τσεκάρει τα λάδια και να πάει το μηχανάκι στο συνεργείο, αλλά αμελούσε. Ο πιτσιρικάς του συνεργείου είχε πήξει εκείνη την ημέρα. Νόμισε ότι έβαλε λάδια στο VFR, αλλά δυστυχώς μόνο έβγαλε τα παλιά. Το βράδυ κλότσησε την τάπα του κάρτερ και απορούσε από ποια μηχανή έλειπε. Το VFR πήγαινε υπέροχα στις στροφές αν εξαιρέσουμε τους απαίσιους μεταλλικούς ήχους και το λαμπάκι της θερμοκρασίας. Θα πήγαινε λίγο ακόμη, θα σταμάταγε να κρυώσει και θα έβλεπε επιτέλους τα λάδια.

Στην πρώτη στροφή, αντικρίζοντας Κινέττα, λούστηκε πορτοκαλί ήλιο και κόλλησε το μοτέρ. Ο ξανθός αιφνιδιάστηκε. Σύρθηκαν με το VFR στην άσφαλτο. Θα επρόκειτο για μια από αυτές τις χαζές πτώσεις εάν δεν ερχόταν από απέναντι το Vitara, το οποίο πέρασε πάνω από την κοιλιά του ξανθού. Ο ιατροδικαστής την άλλη μέρα μίλησε για «ρήξη κοιλιακής αορτής». Ο ξανθός  το μόνο που είχε αισθανθεί ήταν ένα μούδιασμα παντού και μετά μια ακατανίκητη νύστα. Προσπάθησε να κρατηθεί αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να κουνήσει λίγο τα βλέφαρα…

Ο θάνατος είναι φριχτός για τους ζωντανούς. Ο ξανθός έμεινε για λίγο στον τόπο του ατυχήματος και του φάνηκαν γελοίοι οι τύποι που τραβάγανε τα μαλλιά τους και λέγανε «κρίμα το παλικάρι». Πετάχτηκε στην κορυφή του Χελμού, χάζεψε το ηλιοβασίλεμα στο Ιόνιο, έδωσε σε ένα σύννεφο το σχήμα κανάτας, πήγε στη Στεμνίτσα, στο χωριό του πατέρα του, κούρεψε τις κορυφές των ελάτων του Πάρνωνα. Η μάνα του ήταν στην κουζίνα, ο αδελφός του διεκπεραίωνε κάτι παραγγελίες και η κοπέλα του δούλευε στη βιβλιοθήκη. Πέρασε και τους άγγιξε σαν ρεύμα αέρα στα μάγουλα. Δεν αισθανόταν ότι είχε φύγει από κοντά τους γι’ αυτό και ήταν παράλογο το κάθε πένθος. Η κάθε αίσθηση απώλειας. Στην κηδεία του ήθελε να τους εξηγήσει, να τους λυτρώσει από τον πόνο της ανυπαρξίας, το φόβο του θανάτου και την απελπισία των ερωτηματικών. Όμως η γνώση του επέκεινα απαγορεύεται στους ζωντανούς. Γι’ αυτό και εκείνοι ανακάλυψαν τις θρησκείες και τη φιλοσοφία που προτείνουν απαντήσεις αλλά δεν απαντούν. Αλλά και να μην απαγορευόταν, πώς θα μπορούσε ο ξανθός, με ποιο γλωσσικό ή παραγλωσσικό κώδικα θα μπορούσε να μιλήσει για το βίωμα του Ανοιχτού Χωροχρόνου στους εξόριστους του γραμμικού χρόνου και του τρισδιάστατου χώρου;

Ο ξανθός αισθανόταν ότι στον Ανοιχτό Χωροχρόνο ήταν πάντα και θα ήταν πάντα εκεί. Μια κατάσταση όπου ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματοποίησή της δεν μεσολαβεί τίποτα. Ούτε καν η βίωση της επιθυμίας. Έτσι, σε κατάσταση ουράνιας αλητείας, ο ξανθός πότε πήγαινε να ακούσει τον Περικλή στην Πνύκα, πότε χάζευε ιστορικές μάχες (αδυναμία του η μάχη στα Γαυγάμηλα), πότε ανέβαινε πάνω σε υποατομικά σωματίδια για τρισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου λίγο πριν αυτά μετατραπούν σε ενέργεια. Η καλύτερή του πάντως ήταν όταν έκανε enduro στη Σελήνη. Φαντασιωνόταν μια KTM LC4, την καβάλαγε και πλακωνότανε στη Θάλασσα της Ηρεμίας. Είναι απίθανο να κάνεις enduro με το 1/6 της γήινης βαρύτητας και το κυριότερο: χωρίς να κινδυνεύεις να σκοτωθείς! Τεράστια άλματα, αναρτήσεις που τερματίζουν και σε εκτινάσσουν. Μιλάμε για απίθανη πλάκα! Πάμπολλες φορές τσάκιζε τα μηχανάκια αλλά η φάμπρικα έτοιμη: Φαντασίωση, πάρ’ το. Ευτυχώς δεν υπήρχε θέμα ρύπανσης μιας και τα δεκάδες τσακισμένα μηχανάκια ήταν ορατά μόνο από τον ίδιο. Άλλες φορές καβάλαγε το VFR του, έμπαινε σε τροχιά γύρω από τη Γη κάνοντας slalom ανάμεσα από τους μετεωρολογικούς δορυφόρους. Κάποτε – κάποτε συναντιόταν με άλλους τρελαμένους και πήγαιναν με superbikes στον πλανήτη Κρόνο. Κάνανε περιστροφές στην πίστα των δαχτυλιδιών του προσπαθώντας όχι για το ποιος θα πάει γρηγορότερα (αυτά είναι για το γραμμικό χρόνο) αλλά για το ποιος θα κάνει τέλειο κύκλο στην περιστροφή του. Άλλοτε πάλι προσπαθούσαν να παραβγούν σε ταχύτητα το φως. Πράγμα αδύνατον, γιατί ο Einstein είχε δίκιο ότι η ταχύτητα του φωτός είναι η μεγαλύτερη στο σύμπαν. Τους αρκούσε λοιπόν να παραταχθούνε γύρω από τη φωτεινή δέσμη πάνω στις superbikes και να τη συνοδεύουν στο ταξίδι της στο Χάος.

Ο Ανοιχτός Χωροχρόνος έχει και άλλα καλά: τα ανοιχτά ενδεχόμενα! Μπορεί να είναι έτσι, μπορεί αλλιώς. Μπορεί να γίνει (ή να έγινε) έτσι ή αλλιώς. Όσοι συμμετέχουν σ’ αυτόν, οικοδομούν ένα απόλυτα προσωπικό – υποκειμενικό σύμπαν, ρευστό σε οτιδήποτε το καθορίζει και το διαμορφώνει. Εκπλήξεις και θαύματα σε μια διαρκή εναλλαγή. Φυσικά δεν τίθεται θέμα ηθικής αλλά μόνο γεγονότων, που (εδώ είναι το αστείο) θα μπορούσαν και να μην είχαν συμβεί. Ο ξανθός είχε αναγορεύσει τον εαυτό του στη θεότητα VFR. Δεν επρόκειτο για ύβρη, δεδομένου ότι ο Θεός που είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία του πλανήτη Γη είναι κατά βάσιν ένας πρώην συνταξιούχος ταχυδρομικός που στη ζωή του και ιδίως μετά τη σύνταξη έβλεπε πολύ τηλεόραση. Ή αν θέλετε δεν είναι συνταξιούχος ταχυδρομικός, αλλά είναι ο Oscar Wilde με πρωτομάστορα τον Picasso. Ο ξανθός είχε σκεφτεί πολλές φορές να αλλάξει την εκδοχή του θανάτου του. Πότε με το μάστορα να ανακαλύπτει την εγκληματική αμέλεια του πιτσιρικά: «Μαλακιστήρι, θα το κόλλαγες το μηχανάκι», πότε εξαφανίζοντας το Vitara από το αντίθετο ρεύμα, πότε μην αφήνοντας το VFR να κολλήσει τσεκάροντας τα λάδια του κάρτερ. Θα ’πρεπε όμως τότε να δραπετεύσει για να κατέβει κάτω. Να αφήσει τον Ανοιχτό Χωροχρόνο και να εξοριστεί. Να πάψει να είναι Θεός και να ξαναγίνει άνθρωπος. Τρελός ήταν; Δωσ’ του λοιπόν οι τσάρκες στο Alpha του Κενταύρου, οι βολτίτσες στη μικρή Άρκτο, οι ρεμβασμοί στην κόχη του Σύμπαντος. Οι αιώνες κομπολόι, η ιστορία να ξαναγράφεται με τα καπρίτσια του.

Σιγά – σιγά άρχισε όμως να του τη βαράει του ξανθού. Άρχισε να συνειδητοποιεί ότι θα ήταν έτσι ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ. Τι νόημα έχει να ξαναγράφεις την Ιστορία όταν τη βλέπεις μόνος σου; Και τελικά τι νόημα έχει το enduro όταν δεν κινδυνεύεις να σκοτωθείς; Τι νόημα έχει η ζωή χωρίς το γεγονός του θανάτου; Ξαφνικά βίωσε τον Ανοιχτό Χωροχρόνο σαν μια τεράστια φυλακή. Για πρώτη φορά μετά το θάνατό του αισθάνθηκε πεθαμένος. Κακομαθημένος που κάθε επιθυμία του πριν ακόμη τη βιώσει είχε πραγματοποιηθεί. Ξαφνικά άρχισε να προσέχει και τους τύπους που προσπαθούσαν να την κάνουν. Πριν από 10.000 γραμμικά χρόνια τους θεωρούσε βαρεμένους. Τώρα τους παρατηρούσε που μηχανευόντουσαν τα πιο απίθανα πράγματα για να περάσουν. Λαγούμια στο χρόνο, μετατροπές σε αντι-ύλη, διακτίνιση, πρωτονιακή αποδόμηση. Αλλά και άλλα λιγότερο hi-tech, πιο παραδοσιακά, όπως η μεταμφίεση σε αγγελάκι. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δεν πέρναγε κουνούπι, μιας και άφηναν πέφτοντας στην ατμόσφαιρα ένα φωτεινό ίχνος και φυσικά τους ξαναμαζεύανε. Η γνωριμία που άλλαξε την πεθαμένη του ζωή έγινε μετά από 1.500 γραμμικά χρόνια. Εκεί που καθόταν σ’ έναν αστεροειδή, να σου ένας Ινδός.

«Τι έγινε, ρε φίλε;»

«Κατεβαίνω»

«Πού;»

«Κάτω»

«Πώς, ρε, με δουλεύεις;»

«Όχι καθόλου… Είμαι Ινδουϊστής. Εμείς, ξέρεις, μετενσαρκωνόμαστε μέχρι να γίνουμε τέλειοι»

Ο ξανθός τα ’παιξε! «Αυτό είναι άδικο», σκέφτηκε με αγανάκτηση. Ο Ινδός μετενσαρκώθηκε σε σαλιγκάρι με χρόνο ζωής δύο γραμμικές ώρες. Τον πάτησε κάποιος και γύρισε στον αστεροειδή όλο σάλια. Ο ξανθός είχε πάρει την απόφασή του. Ασπάσθηκε τον Ινδουϊσμό και δέχθηκε τους όρους μετενσάρκωσης: θα γύρναγε μόνον σαν Ινδός, χωρίς δυνατότητα επιστροφής στον Ανοιχτό Χωροχρόνο και χωρίς δυνατότητα ελέγχου του είδους των επόμενων μετενσαρκώσεων (σαλιγκάρι, γαζέλα, μαρούλι, άνθρωπος, οτιδήποτε). Ο ξανθός ζήτησε μόνο όταν επιστρέψει να έχει συνείδηση της επιστροφής του από τον Ανοιχτό Χωροχρόνο. Του απάντησαν ότι αυτό δεν γίνεται και αν θέλει θα του φύτευαν μόνιμα στο μυαλό την παράλογη σκέψη ότι η ζωή είναι ένα δώρο όπως και να ’ναι. Ο ξανθός δεν το συζήτησε άλλο…

Όταν κατέβηκε ήταν ένας μαυριδερός Ινδός χωρίς μπροστινά δόντια που ζούσε κάνοντας θελήματα στην Καλκούτα. Όλοι τον αγαπούσαν και έπαιρναν δύναμη από την παράλογα θετική στάση του στη ζωή της ανέχειας.

Μόνο μια φορά ένα γκρουπ Ευρωπαίων μοτοσυκλετιστών παρκάρισε κοντά του. Αντίκρισε μια VFR και έκλαψε με λυγμούς που δεν κατάλαβε στην υπόλοιπη σύντομη ζωή του από τι πόνο βγήκανε…

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Rider, τεύχος 72, Μάρτιος 2001.